influencemag.gr

Εγώ δε βλέπω τηλεόραση. Μόνο ντοκιμαντέρ.

Φράση πολύ της μόδας, εκεί γύρω στο 2000. Θυμάστε, τότε που δεν ξέραμε αν θα εξαχνωθούμε ή θα αναλάβουν οι μηχανές. Τόσο κοντά και τόσο μακριά, όσο μια εικοσαετία. Τότε, αν ερχόταν η κουβέντα σε ριάλιτι και τηλεοπτικές σειρές, έλεγες: «Εγώ δε βλέπω τηλεόραση. Μόνο ντοκιμαντέρ». Ήταν κουλ, ήσουν ιν. Πραγματικά όμως, τα τελευταία χρόνια υπάρχει άνθηση στον συγκεκριμένο τομέα και τα φεστιβάλ ντοκιμαντέρ είναι στο κοινό πολλές φορές, ακόμα πιο αγαπημένα και από εκείνα με ταινίες μυθοπλασίας. Τι φάση; Τότε το κοινό περιοριζόταν στους λάτρεις της φύσης κυρίως, άντε και της ιστορίας. Σήμερα το φάσμα έχει διευρυνθεί περιλαμβάνοντας όλο το σινεφίλ κοινό. 

Το ντοκιμαντέρ έχει μια σύμφυτη αμεσότητα. Είναι ο απόλυτος ρεαλισμός ή τουλάχιστον αυτή την αίσθηση μας δίνει. Ο πρωταγωνιστής είσαι εσύ ο ίδιος, ο διπλανός σου, ένας παππούς που είδες στο νησί της άγονης γραμμής όταν ήσουν 

φοιτητής/τρια και ο κατάλογος δεν τελειώνει ποτέ. Όπως δεν τελειώνουν και οι ιστορίες των ανθρώπων. Τα είδη είναι πάρα πολλά. Ανοίγεις το πρόγραμμα ενός φεστιβάλ ντοκιμαντέρ και βλέπεις θεματολογία ποικίλη: μια εργάτρια του σεξ αφηγείται, ένας κεραμίστας –δεν ήξερα καν ότι λέγεται έτσι- μιλάει για το έργο του, ο αυτοεξόριστος Αχμέτ που κατηγορείται ως τρομοκράτης, ιστορίες ρομά, μποντιμπιλντεράδες, ένα φορτηγό κινητό-μανάβικο γυρνάει τα χωριά της Πίνδου, ΔΣΕ, Χρυσή Αυγή, για την Ήπειρο, για την Αθήνα. 

Αυτό βέβαια, δε σημαίνει ότι τα ντοκιμαντέρ στερούνται χειραγώγησης. Στο δοκιμιακό ντοκιμαντέρ για παράδειγμα, ζητούμενο είναι η επεξεργασία και εικονογράφηση μιας ιδέας. Ο δημιουργός μπορεί να καταγράψει τα γεγονότα που εκθέτουν την δική του οπτική. Και είναι φυσικά θεμιτό. Ακόμα και ένα ταξιδιωτικό ντοκιμαντέρ μπορεί απλά να αποτυπώνει την χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής ή να εμπεριέχει ιστορικά στοιχεία και να παρουσιάζει κοινωνικές ανισότητες. Ενδέχεται να είναι κοσμοπολίτικο, τύπου διακοπές σε πλούσιους προορισμούς και διαμονή σε πεντάστερα ξενοδοχεία –όπου μπορείς να φας πραγματικό φύλλο χρυσού σε παγωτό, ναι το έχω δει- ή να περιγράφει την απλή και μοναχική ζωή ενός πρώην γιάπη που πλέον ζει σε ένα απομονωμένο βουνό και έχει βρει το νόημα της ζωής. Με λίγα λόγια, αυτό που λέει μια ταινία ντοκιμαντέρ έχει να κάνει με το δημιουργό της –τι θέλει να πει ο ίδιος-  και τον θεατή –τι θέλει να ακούσει, τι μπορεί να σκεφτεί.

Μουσικά ντοκιμαντέρ υπάρχουν, αλλά μουσικές ανακαλύπτεις σε όλα τα είδη. Όπως ακριβώς και οι ταινίες μυθοπλασίας, δίνουν την ευκαιρία να ψάξεις για περισσότερα έργα του συνθέτη και να γνωρίσεις τη δουλειά του. Όμως μαθαίνεις και για άλλα πράγματα στα μουσικά ντοκιμαντέρ. Το «Staff Benda Bilili» είναι η ιστορία των άστεγων, παραπληγικών μουσικών από το Κονγκό και πως έγιναν γνωστοί. Ακούς τη μουσική τους, αλλά δεν μπορείς να κλείσεις τα μάτια στις εικόνες της καθημερινότητας. 

Από την άλλη, είναι και τα ντοκιμαντέρ χωρίς καθόλου μουσική. Μόνο καταγραφή εικόνας ή μόνο διάλογοι πραγματικοί και φυσικοί ήχοι, χωρίς καμιά περιγραφή. Σε συνδυασμό με την υψηλή ευκρίνεια, πραγματικά φοβάσαι μη σε τσιμπήσει η μέλισσα. Αυτού του είδους τα ντοκιμαντέρ έχουν μια αισθητική μεγάλης αξίας και η «χρήση» τους προσομοιάζει σε αυτή ενός αγαπημένου δίσκου που θες να τον ακούς ολόκληρο ξανά κι ξανά. Δε θυμάμαι, πραγματικά, πόσες φορές είχαμε δει στα νιάτα μας τα «Ιμαλάια», με τον αγώνα των γιακ να ισορροπήσουν στους γκρεμούς. Ή το «Αλάτι της Γης» μια τόσο ποιητική και προσγειωμένη βιογραφία.    

Τα ερευνητικά ντοκιμαντέρ, τώρα, με συνεντεύξεις και ιστορικά στοιχεία, ενδέχεται να αλλάξουν την εντύπωση που έχουμε για ένα θέμα. Καλό και κακό μαζί, γιατί είπαμε, υπάρχει και η χειραγώγηση. Αυτό όμως υπάρχει παντού. Οπότε, επιλέγοντας εκείνα που είναι εμπεριστατωμένα με πηγές και μαρτυρίες, σίγουρα μπορούν να κρατούν ζωντανή τη μνήμη και να διδάσκουν. Εξάλλου, ο κινηματογράφος, εν γένει, διατηρεί αυτή την ιδιότητα να ξεκαθαρίζει καταστάσεις και να εξηγεί τον πολύπλοκο κόσμο μας. Με τη ματιά του δημιουργού, βέβαια. Ανάλογα με την αισθητική του ο θεατής, βρίσκει λύσεις και επιλέγει πλευρά σε κρίσιμα κοινωνικά θέματα.   

Χρησιμοποιώντας όλα τα σύγχρονα μέσα (hd, animation), γίνονται ελκυστικά στο κοινό θέματα που ίσως να μην προκαλούσαν ενδιαφέρον. Για παράδειγμα «Το βαλς με το Μπασίρ» μπορεί να το δει κανείς γιατί είναι animation και όχι για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ισραηλινών. Φυσικά, μπορεί να συμβεί και το αντίθετο. Μ’ άλλα λόγια, ανοίγεις παρτίδες και με άλλα θέματα χωρίς να χρειάζεται να ακολουθείς στεγνά κάποιο συγκεκριμένο είδος. 

Μακριά από τις πιο σινεφίλ επιλογές, μια ταινία ντοκιμαντέρ με  ιατρικό ή περιβαλλοντικό θέμα, ίσως προκαλέσει την αποστροφή για βλαβερές συνήθειες ή απλά ο θεατής να σκεφτεί περισσότερο το νερό που τρέχει καθώς βουρτσίζει τα δόντια του, γιατί τώρα ανακάλυψε τη σπατάλη των φυσικών πόρων και ήταν συγκλονιστικό. Όπως και να ‘χει, τα ντοκιμαντέρ μας κάνουν καλύτερους ακροατές, κάτι που εκλείπει τελευταία αν και αποτελεί στοιχείο προόδου της κοινωνίας.

Πέρα απ’ όλα, για τους λάτρεις του είδους, μετράει η απόλαυση που νιώθουμε όταν παρατηρούμε ότι κάπου υπάρχουν άνθρωποι που ζούνε τη ζωή που θα θέλαμε να ζήσουμε ή τουλάχιστον έτσι νομίζουμε.

Ή ακόμα, ότι ανακαλούμε πράγματα από την παιδική μας ηλικία, τις συνήθειες και τους τρόπους μιας περασμένης εποχής που νοσταλγούμε. Και τελικά, ικανοποιούν την περιέργεια για το τι συμβαίνει τώρα εκεί που δεν μπορείς να είσαι.

Share:

Comments

No Comments

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.