influencemag.gr

Μάμα Κάρι.

Μάμα Κάρι (2021), Νικόλας Περδικάρης, εκδόσεις Μωβ Σκίουρος.

Έχω τη βεβαιότητα -ας μου επιτραπεί, αγαπητέ κύριε Περδικάρη- ότι δώσατε εσκεμμένα τον τίτλο αυτόν στη συλλογή διηγημάτων σας! Ναι! Βεβαίως, αντλείται από τη δεξαμενή των τίτλων των διηγημάτων που εσωκλείονται (ασφυκτικά, θα έλεγα, αλλά θα επεκταθώ παρακάτω σ’ αυτό). Ωστόσο, τυχαία, αγαπητέ, σχηματίσατε μεταξύ τίτλου και επωνύμου αυτήν την έξοχα υγρή (λόγω του υγρού ρ, να μην παρεξηγηθώ!) και μουσική ρίμα «- Κάρι – Περδικάρη»? Όχι, όχι, αποκλείεται! Ήδη από το εξώφυλλο φροντίσατε να δημιουργήσετε ένα κλίμα αλλόκοτο, ποιητικό, περίεργα καλλιτεχνικό, σαν πίνακα του Νταλί. Η ρίμα προετοιμάζει γι’ αυτό… Σαν τη μουσική που μπαίνει χαλί στις ταινίες όταν τα πράγματα εκτυλίσσονται γοργά! 

Στο πρώτο διήγημα «Με το γάντι» ένα «λιγάκι πιο χοντρό απ’ ό,τι συνήθως» χέρι ματαιώνει σπαρακτικά τον έρωτα του ήρωα για την υπάλληλο των διοδίων. Εκείνη, έτσι, τυχαία, μια μέρα φεύγει! Στο διήγημα «Το παλτό και η φάτνη» ο ήρωας βιώνει ένα συναίσθημα – κοινό βίωμα στο αστικό περιβάλλον. Σε α΄ πρόσωπο λέει: «με χείλη πικρά κι αυτιά βουλωμένα, απ’ τα κάλαντα, ανέβηκα σ’ ένα παρδαλό λεωφορείο, με προορισμό ‘όπου να ‘ναι’». Στο «Υγρό φόρεμα» διαβάζουμε: «Θάλασσα είναι ό,τι βαπτίζεις. Ό,τι βαπτίζεις είναι θάλασσα», μια θάλασσα από πολύχρωμες εικόνες. Στη «Μάμα Κάρι» πάλι διαβάζουμε – σταμάτησα για λίγο, άναψα το τσιγάρο μου και σκέφτηκα «πότε?» – κι ελπίζουμε:

«Οι σκλάβοι στα χωράφια ξεθεώνονται γυμνοί. Από τα κόκκαλά τους ξεπετάγονται, αιχμηροί, οι υπαινιγμοί πως κάποτε θα ξεσηκωθούν».

Στ’ αλήθεια πότε? Κι ύστερα ήρθαν οι… «Αλιγάτορες»! Πόσο σήμερα? Πόσο εμείς? «Οι νέοι και οι νέες, με τα μεταπτυχιακά και τα διδακτορικά, δεν έβρισκαν καλύτερη δουλειά από το να κυνηγάνε κατσαρίδες». Σχέσεις συμβατικές που σε οδηγούν στη μόνη ασφαλή διέξοδο: να ερωτευτείς έναν αλιγάτορα. Στο «Γκρι» μετράμε έναν έναν καθημερινά τους κίτρινους πυρετούς μας στα στενά των πόλεων και στα χέρσα της επαρχίας. Αχ! Κι η «Σάλλυ»… «Η Σάλλυ αράδιαζε τους ήχους των χρωμάτων χωριστά, σ’ ένα φανταστικό σεντόνι».  

Στη συνέχεια, στο «Δάκρυ του Δράκου» η κυρία Τζένη όλως απρόσμενα κι ανεξήγητα μεταμορφώνεται σε δράκο. Κι αν σπάσει η «Μεμβράνη», «πετάγονται από μέσα όλα τα κακά και σε τρώνε». Στα «Αβγά ταξί» συνειδητοποιούμε μια μεγάλη αλήθεια, μια φιλοσοφημένη στάση απέναντι στο χρόνο που περνά, ότι είναι ανάγκη ζωτική να μην μας νοιάζει πώς γεννιούνται οι όμορφες μέρες, απλώς να τις απολαμβάνουμε. Στο επόμενο διήγημα ο ήρωας, με μια βέβαιη απειρία στη μουσική, αγγίζει τα πλήκτρα ενός θαυμαστού πιάνου με ουρά κι εύχεται να παίξει μια εξαίσια μελωδία για να τον αφήσουν να μείνει μια νύχτα σ’ ένα μέρος προστατευμένο απ’ τους κινδύνους της. Κι ως δια μαγείας δυο «Χεράκια» πραγματοποιούν την ευχή. Αλλά όλα τα θαύματα τελειώνουν, συντελούνται, κι η αχλή τους θολώνει όσα θεωρούσαμε ότι θα συνεχίσουν να συμβαίνουν για πάντα. Tα φώτα σβήνουν. End of the story. Λίγο πριν το τέλος θα αναρωτηθούμε «Πεθαίνουν, άραγε, οι πεταλούδες από ζάχαρο?». Στο τελευταίο πια διήγημα, στο «Ρομπότ», ο ήρωας αφηγείται: «Τότε κι εγώ, ορμώντας με φόρα στο εσωτερικό του σαλονιού και από εκεί στην κρεβατοκάμαρα, χωρίς τη συγκατάθεσή της, άνοιξα διάπλατη την μπαλκονόπορτα κι άφησα την αγάπη να ξεχυθεί στους δρόμους».  

Δεκατρία διηγήματα, σύντομα κι εκτενέστερα, ασφυκτιούν (έγραψα και παραπάνω) σε μερικές σελίδες ενός μικρού, πολύ χαριτωμένου βιβλίου, μ’ ένα εξίσου χαριτωμένο εξώφυλλο. Γράφω «ασφυκτιούν», διότι οι λέξεις στο βιβλίο αυτό έχουν ψυχή και θέλουν σίγουρα να βγουν απ’ το χαρτί τους έξω, στην ασπρόμαυρη πραγματικότητά μας, και να ξεδιπλώσουν τα χρώματα και τις χιλιάδες αποχρώσεις τους. Τις νύχτες μπορεί και να το κάνουν! Τις φαντάζομαι να χτυπούν τα κουδούνια και να κάνουν φάρσες στους σοβαροφανείς. Πολύ σας ευχαριστώ για όλα τα χαμόγελα που έσκασα διαβάζοντας τη «Μάμα Κάρι», κύριε Περδικάρη!   

Share:

Comments

No Comments

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.