influencemag.gr

Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε;

Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε; (1988), Χρόνης Μίσσιος, εκδόσεις Γράμματα.

 

Ένα χαμόγελο

Για ένα χαμόγελο ζεις σήμερα, αδερφέ. Για ένα χαμόγελο…

Σκας ένα χαμόγελο

Έχασες το χαμόγελό σου

Τι όμορφο χαμόγελο έχεις…

Για το χαμόγελό σου τραγουδώ

Χαμογέλα, ρε… Τι σου ζητάνε;

 

Δεν έχει κεφάλαια. Θα μπορούσε να μην έχει ούτε στίξη. Θα μπορούσε! Ένας χείμαρρος, ένας ορμητικός χείμαρρος, που αν δεν αλλάξει τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα, τότε κάτι τρέχει μ’ εσένα! Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα προς ποια κατεύθυνση θα σε αλλάξει, πάντως δεν μπορεί να είσαι ίδιος μετά απ’ αυτήν την ανάγνωση. 

Στην περίπτωσή μου άγγιξε ορισμένα ελατήρια που είχα ίσως ξεχάσει πως υπάρχουν κι υποσχέθηκα στον εαυτό μου να χαμογελώ και να μην επιτρέψω στο μυαλό και στην καρδιά μου τα δόγματα. Είναι αδύνατο να ανέβω όλη αυτήν τη μεγάλη σκάλα εσωτερικού εκπολιτισμού και να βιώσω όλες τις φρικτές διαδρομές, για να καταλήξω σ’ έναν ξάστερο ουρανό, σ’ ένα οροπέδιο με καθαρό αέρα. Αυτό το αίσθημα είχα όταν έκλεισα αυτό το βιβλίο, με την υπόσχεση να γυρίζω σ’ αυτό, όταν χρειάζομαι να χαμογελάσω. 

Αλήθεια, ο συνειρμός με πάει τώρα στο τραγούδι, σ’ έναν στίχο: «Θα κατεβαίνω, μόνο αν θέλω να γελάσω». Εγώ, βέβαια, θα ανεβαίνω στα υψίπεδα του Μίσσιου, όχι για να σαρκάσω. Για την ακρίβεια, θα πρέπει να τα έχω καταφέρει! Μόνο ένα «πρέπει». Πρέπει να έχω απαλλαγεί από την ανάγκη να σαρκάσω. Θα έχω αποδεχθεί, θα έχω αγαπήσει, θα έχω κλείσει έξω από την ψυχή μου κάθε στερεότυπο, έτσι που να μπορώ να χαμογελώ με γνήσια συμπάθεια, για τον άνθρωπο και τα καμώματά του. 

Θα επιστρέφω στο Μίσσιο, όπως επιστρέφει κανείς σε μιαν υπόθεση εργασίας. Θα εξετάζω ένα ένα τα βιώματα και τις αποδομήσεις του. Έρωτας, φιλία, ποίηση, επανάσταση, ρομαντισμός, οι σχέσεις των ανθρώπων στην πιο αυθεντική προοπτική τους. Σε μια γλώσσα απλή, καθόλου απλοϊκή, μια σύνταξη κι εκφορά του λόγου φτιαγμένη αυθόρμητα, αλλά αριστοτεχνικά, για να φτάσει στα έγκατα των βεβαιοτήτων και να τις κάνει θρύψαλα. Μέσα από τη ματαίωση των ονείρων και των προσδοκιών ίσως μπορέσω να υψωθώ στο μεγαλείο του Μίσσιου, που πίστεψε πολύ στον ίδιο τον άνθρωπο, στον αυτούσιο άνθρωπο, στη γύμνια των συναισθημάτων του και των ορμέμφυτων, αφού απεκδύθηκε ιδεολογικούς μανδύες.

Σπουδαία η πολύ ανθρώπινη, πολύ επίκαιρη ανορθοδοξία του Μίσσιου! Μια μικρή της γεύση (άλλωστε, είναι αδύνατο -πολύ θα τό ‘θελα- να παραθέσω όλο το βιβλίο!): «Σχέση σημαίνει συνάντηση σημαίνει έκπληξη, σημαίνει γέννα συναισθήματος, πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα… Έτσι, μ’ αυτή την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σμπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή. Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό». Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών, αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, ν’ απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατέβουμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας… Όλα, όλα, Σαλονικιέ, τ’ αφήνουμε γι’ αυτό το αύριο που δε θα έρθει ποτέ… Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας…Όμως τ’ αφήναμε γι’ αύριο… Για να πάμε πού, ρε Σαλονικιέ; Αφού ανατέλλει, δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού, παρά στο θάνατο, και μεις οι μαλάκες, αντί να κλαίμε το δειλινό γιατί χάθηκε άλλη μια μέρα απ’ τη ζωή μας, χαιρόμαστε. Ξέρεις γιατί; Γιατί η μέρα μας είναι φορτωμένη με οδύνη, αντί να είναι μια περιπέτεια, μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας. Την καταντήσαμε έναν καθημερινό, χωρίς καμιά ελπίδα ανάστασης, θάνατο, διότι αυτός είναι ο θάνατος. Ο άλλος, όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας, όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς, δεν είναι θάνατος, είναι μετάβαση, είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές, στις οποίες, αν εδώ, σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός, αν δε δολοφονήσεις την ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη κι ομορφιά, όπως η Μαρία που φούνταρε προχτές από την ταράτσα για να μην πεθάνει».

Τι άλλο να γράψω; Συγχωρήστε μου το α’ και β’ πρόσωπο ώρες ώρες. Μιλούσα με τον Χρόνη όλη νύχτα χθες, ανάσκελα στο κρεβάτι μου, για την αξία των ανθρώπων και των πραγμάτων, για την ελευθερία μετά από χρόνια φυλακές και βασανιστήρια… 

Share:

Comments

No Comments

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.