influencemag.gr
Ο Γρηγόρης Χαρχαλιώτης, όπως μού έγραψε, δεν άνοιξε τις σελίδες ενός παραμυθιού, δε βρήκε τον εαυτό του μέσα τους, δεν είπε “να, ένας συγγραφέας με τη ράχη του ακουμπισμένη σ’ έναν κορμό που χρυσίζει από τον φιλεύσπλαχνο ήλιο”. Όχι. Όταν σταμάτησε να ζωγραφίζει τοίχους, μήτε τότε αντίκρισε τον εαυτό του ως έναν άνθρωπο που του αρέσει να διηγείται τις στιγμές, τη δική του πραγματικότητα, τα όνειρα και τα παραμύθια που δεν ξεφύλλισε ποτέ. Με τη μουσική που τόσο αγαπά και με τον κινηματογράφο διατηρεί τη γνησιότητα των συναισθημάτων του. Θαρρεί πως γράφει από τότε που ακόμη δεν είχε αρχίσει να γράφει. Λατρεύει τη λογοτεχνία. Υπάρχει η ανάγνωση! Αυτός είναι, κατά την άποψή του, κι ο κύριος λόγος που κάθε νύχτα ένας ακόμη ύπνος δεν είναι ένας μικρός θάνατος, αλλά ένας μεγάλος άνθρωπος μέσα του που απλώς βιώνει κάτι το τόσο δα μικρό. 

INNER VIEW

Ξένια Μουστάκα

«Δεν έχω ανάγκη το μέλλον» 

Ο ήρωας στο πρώτο διήγημα ξεκινά «μια όμορφη μέρα» αποφασισμένος ότι δεν έχει καθόλου ανάγκη το μέλλον. Είναι μάλιστα τόσο αποφασισμένος, που μ’ έναν μαρκαδόρο διατρανώνει την άρνηση του μέλλοντος στους «τόπους» της καθημερινότητάς του. Πώς θα όριζες καθεμιά από τις τρεις χρονικές βαθμίδες; Τι σηματοδοτεί για εσένα ως άνθρωπο κι ως συγγραφέα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον; Αν θα μπορούσες κι εσύ με μια μαύρη γραμμή να διαγράψεις κάποιο από τα τρία, ποιο θα αρνιόσουν; 

Ο χρόνος είναι μια ελάχιστη αίσθηση, κρυμμένη πάντοτε πίσω απ’ το στέρνο ενός ευαίσθητου παιδιού, το οποίο επιμένει να κρατιέται όρθιο με τη στήριξη των τριών μελών του. Πολλές φορές έσπρωξα το μικρό ετούτο ανθρωπάκι προς τον γκρεμό, αλλά κατέληγε κάθε φορά να προσκρούεται πάνω μου. Όταν συνειδητοποίησα σε μία από τις μεταξύ μας συγκρούσεις, μία μέρα περασμένη μ’ έναν άβολο ήλιο να μου κλείνει τα μάτια πως ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τον χρόνο ολόκληρο μπροστά μου, με τα γεμάτα από τυφλά βλέμματα μάτια μου, ανακάλυψα τη θέληση, την πτώση και τον πυθμένα. Από τότε, δεν ξαναενόχλησα εκείνο το παλλόμενο εφηβικό στέρνο, και, θεωρώ πολύ πιο επώδυνο τον πυθμένα από τη θέληση, ακόμη κι από την πτώση. Διαγράφω, λοιπόν, κι εγώ τα τρίσβαθα του μέλλοντος. Θα γράφω και θα πέφτω πάντα μες στο παρόν, γιατί πολύ απλά κάποτε το θέλησα.  

«Εμβρυακή αλλεργία» 

Ο Μπράερ βρίσκει νόημα στις μέρες και στα έργα του αγκαλιάζοντας το διαφορετικό που απρόσμενα κι αναπάντεχα μπήκε στη ζωή του. Ο πατέρας του καταρρέει με την εισχώρηση του διαφορετικού στον χώρο και στον χρόνο του. Οι καταγραφές του παρελθόντος καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ο δεύτερος διαχειρίζεται την κατάσταση και τον φτάνουν στα άκρα. Υπάρχουν προσωπικά βιώματα και καταγραφές που πυροδοτούν τη δημιουργικότητά σου και σε βοηθούν να «πλάσεις» τους ήρωές σου; 

Οι ήρωές μου δεν είμαι εγώ, διότι παύω να υπάρχω όταν τους ξυπνώ μέσα μου. Με αντικαθιστούν, αδράχνουν τη θέση μου, ρευστοποιούν τις στιγμές μου, τις πίνουν για να ξεδιψάσουν, είμαι η δίψα τους, αυτοί είναι η τροφή μου και ίσως όλο αυτό να είναι το νόημα μιας πολύ προσωπικής ισορροπίας. Δημιουργούν τα δικά τους βιώματα, είναι ταχύτατοι πλάστες, πλάθουν με έναν ρηξικέλευθο τρόπο ζωή, τη ζωή τους. Τα βιώματά μου, όλες οι ανυπόφορες νύχτες που καβαλίκεψαν με το ζόρι μέχρι σήμερα (μέχρι την πτώση δηλαδή, την κάθε πτώση) όλες τις όμορφες μέρες μου, στέκονται αργοπορημένες, σχεδόν ηττημένες σ’ αυτόν τον αγώνα δρόμου, αρκετά πιο πίσω από οποιαδήποτε καταγραφή της μέχρι τώρα πορείας μου στον απλώς μεγάλο τόπο των ανασών μου. Δεν μπορώ να τους προφτάσω τους ήρωές μου, με αναδημιουργούν κάθε φορά, ίσως και να μην θέλω, ίσως να φοβάμαι το μεγάλο «άδειασμα» που θα μου συμβεί, αν τους ξεπεράσω κάποια στιγμή. 

«Η κυρία μες στο πορτοφόλι» 

Η κυρία μες στο πορτοφόλι είναι απρόσμενα η λύση στον γρίφο. Η κυρία μες στο πορτοφόλι ορίζει και φωτίζει την αποστολή του ήρωα. Κι εδώ υπάρχουν οι αριθμοί που διαθέτουν έναν ρόλο ευρύτερο από την απόλυτη αριθμητική, έναν ρόλο συμβολικό. Θεωρείς ότι έχουμε μιαν αποστολή, έναν ρόλο που έχει οριστεί έξω από εμάς; Έχουν οι αριθμοί «μεταφυσικό» ρόλο στη ζωή σου;  

Θεωρώ, καταρχάς, πως οι λύσεις εμφανίζονται όταν εμείς σταματούμε να είμαστε τα προβλήματα, όταν παύουμε να βαδίζουμε σε λαβυρίνθους φτιαγμένους πάνω σε ίσιους δρόμους, όταν διακόπτουμε τις επαφές μας με τις ανέπαφες άκρες ενός άλλου κόσμου. Τα προβλήματα αυτά καθαυτά, δεν μας φταίνε ποτέ, εμείς γινόμαστε προκλητικοί απέναντί τους, κομπάζουμε πως μπορούμε να τα ανεχτούμε ειρωνευόμενοι τις δυνάμεις τους, εμείς είμαστε πρόβλημα γι’ αυτά, είμαστε ένας κόσμος και όχι παραπάνω, είμαστε οι δημιουργοί τους και όχι τα δημιουργήματά τους. Όμως όταν γράφω, πιάνω τον εαυτό μου να χαϊδεύει ένα μικρό τέσσερα, κάπου στο λαιμό μου, να νοσταλγεί ένα ολοζώντανο εικοσιένα, με κοιτώ να ζωντανεύω μια πανέμορφη μορφή που ‘χω στο χέρι μου με τα μάτια της ψυχής μου, και τότε, συνεχίζω να γράφω, αδιάκοπα, να ζω σαν τη λύση μου, με τις σκέψεις και τις λέξεις ολόγυρα, αυτό είναι το πρόβλημά μου και μαζί του δεν συναγωνίζομαι, αυτή είναι η αποστολή μου, συνεχώς να με συναντώ και να τον ζωντανεύω, εκείνον, που ‘χω στο χέρι μου. 

 «Κι έτσι απλά έφυγε» 

Ο ήρωας «φεύγει» αναπάντεχα αφήνοντας ερωμένες και μια σύζυγο. Μια περίεργη «συντροφιά» εραστών, στην οποία ο καθένας γνωρίζει την παρουσία ενός τρίτου. Μετριέται ο άνθρωπος διαβάζοντας ως προς την ιδέα του για τον έρωτα. Μπορούμε να αποδεχτούμε -όχι ως παρατηρητές, αλλά ως μετέχοντες- μια ερωτική σχέση στην οποία δεν υπάρχουν μόνο δύο; Είναι ίδιος ο έρωτας μετά την κατάργηση του δυικού αριθμού; Πάντως δεν είχε καλό τέλος για τους ήρωες κι είχε ένα στοιχείο εκφυλισμού και ψεύδους… 

Μπορούμε να είμαστε ερωτευμένοι με όσους ανθρώπους αντέχει το μυαλό μας. Σημασία δεν έχει μόνο ο έρωτας, αλλά και η αφοσίωση, το γέννημα ενός θεού πιστεύοντας συνάμα μονάχα σε έναν άλλο. Τον έρωτα τον προσκαλούμε, έρχεται και τον φιλοξενούμε σ’ ένα σπίτι δίχως πόρτες και παράθυρα, πολλές φορές και δίχως στέγη, ίσως και σ’ ένα σπίτι χωρίς τοίχους, μήτε καν θεμέλια, μήτε καν με την παρουσία μας. Αυτό είναι έρωτας, η ολοκληρωτική απουσία μας. Ερωτευόμαστε και λείπουμε από τον συγκεκριμένο έρωτα ή βρισκόμαστε κοντά του και τον συντροφεύουμε με όχι έναν, αλλά με πολλούς από τους εαυτούς μας. Γιατί πιστεύω ότι δεν κατοικούμε μόνοι στο σώμα μας, υπάρχουν κι άλλοι μέσα μας, ερωτευμένοι και μη, δύο ή περισσότεροι, κανένας, θεοί ή άνθρωποι ή πλάσματα ή βιβλία ή δίσκοι μουσικής. Και παρατηρώ και συμμετέχω και ερωτεύομαι. Λείπω, είμαι εκεί, δεν ήμουν ποτέ, κάποτε θα είμαι. Είναι όλα τόσο αληθινά, όσο ψεύτικα θα μπορούσαν να είναι. Προσωπικά, αφοσιώνομαι στο να γεννώ στιγμές που να με κάνουν συνέχεια να νιώθω ερωτευμένος, μόνος ή και με συντροφιά, χωρίς να κρυφοκοιτώ το νόημά τους. 

«Κυριακάτικο γεύμα» 

Ο Μανίλο είναι στ’ αλήθεια δυστυχής. Είναι πολύ πιο δυστυχής από αυτές κι αυτούς που διατείνονται ότι ο ίδιος είναι η αιτία της δυστυχίας τους. Τελικά ο Μανίλο είναι ολόκληρος μια απελπισμένη προσπάθεια απόσπασης αγάπης, έστω μιας βιαστικής  αψίκορης αγάπης. Μπορεί να υπάρξει αυτή η ανιδιοτελής μονόπλευρη αγάπη που ευαγγελίζονται τα θρησκευτικά δόγματα ή η αγάπη χρειάζεται «επιστροφή»,  για να ανθίσει και να ταΐσει με τους καρπούς της  τους μετέχοντές της; 

Θαρρώ πως η απάντηση είναι μία. Και την φωνάζουμε «αγάπη». Και η ερώτηση δεν αποκρίνεται ξανά, άλαλη μες στη ζάλη της, ασάλευτη μες στην ευτυχία της, λουσμένη με τους χυμούς των καρπών της. Και η απάντηση φροντίζει, ώστε η ερώτηση να μη γλιστρήσει, να μη σκοντάψει και πέσει χάμω και χάσει έστω και μια σταγόνα από τις πολύτιμες πολλές της. Της υπόσχεται πως θα είναι πάντοτε δίπλα της, ότι θα είναι πάντοτε η απάντησή της. Και η ερώτηση γαληνεμένη, χορτασμένη απ’ όλα, γιατί όλα της δόθηκαν μεμιάς, πέφτει σαν πούπουλο και αποκοιμιέται χαμογελώντας ταυτοχρόνως μπροστά σ’ έναν τεράστιο καθρέφτη όπου το είδωλό της έχει πάρει την μορφή της μοναδικότητας, της μοναδικής απάντησης που θα πρέπει πάντοτε να δίνεται. Εύχομαι όλα να συμβαίνουν από αγάπη, ειδάλλως να μη συμβαίνουν. 

«Μια νύχτα σ’ έναν σκοτεινό διάδρομο» 

Τι ψάχνει ο Γκέρτζερι στο τέλος του σκοτεινού διαδρόμου μετά την απώλεια του πατέρα του; Πώς αντιμετωπίζεις τους σκοτεινούς διαδρόμους της ζωής σου; Στις στιγμές των άκρων τι ψάχνεις στο τέλος τους; 

Αν δεν έγινε ήδη αντιληπτό από τα παραπάνω, θα το μοιραστώ τώρα. Έχω χάσει τον ανιψιό μου, ήταν και θα είναι πάντα δεκαεννιά ετών, ένας αδερφός χαραγμένος στο χέρι μου πια. Θεωρώ ότι συνέβη, ότι, όντως, με τράβηξε μαζί του τότε, ακόμη το νιώθω, να πετώ πλάι του, εκείνος όμως με έδιωχνε, μ’ έσπρωχνε μακριά από τα πλευρά του, κι εγώ του έδειχνα τα άπειρα μονοπάτια ανάμεσα στα σύννεφα, εκείνος, μου έκλεινε τα μάτια και είχα δει τότε μανιασμένα κύματα, κολύμπησα μαζί του και βυθίστηκα χώρια του. Εκείνος, ο Βασίλης, συνέχισε. Εκείνη η συνέχειά του είναι ο δικός μου διάδρομος, το σκοτάδι του και το φως του. Νομίζω πως θα είναι πάντα το άκρο μου, η άκρη σε κάθε τέλος, είμαι εκείνο το τέλος, είμαι εκείνη η στιγμή μαζί του. Είμαι σίγουρος πως μόνο αυτόν ψάχνω όταν ψάχνω. 

«Ο ερχομός της γαλήνης» 

Ο Τάρεκ ζει μια ζωή στη σκιά ενός απολεσθέντος ερωτικού παραδείσου. Αιθεροβατεί αποδίδοντας τέτοια βαρύτητα σ’ έναν ματαιωμένο, εφηβικό έρωτα, που καθορίζει τη συνολική στάση του απέναντι στη ζωή κι επιλέγει να λυτρωθεί με τον πιο απόλυτο κι αναπόδραστο τρόπο. Πώς λυτρώνεσαι από όσα καταλήγουν να είναι μάταια; Είναι η λύτρωση ένα κοφτερό μαχαίρι που κόβει μια κι έξω ό,τι πονά ή είναι μια διαδικασία σταδίων για εσένα; 

Αρχικώς, να πω πως η ματαιότητα υπεισέρχεται στον νου μας με ξένη θωριά, αγνώριστη τις περισσότερες φορές, με μια δανεισμένη εμφάνιση, σαν έναν φόβο που τον αισθάνεσαι δίχως όμως να σου δημιουργεί αποστροφή, την ώθηση να θέλεις ν’ αποδράσεις, δίχως να σου ξυπνά τη δύναμη να θέλεις να τον αντιμετωπίσεις. Συνήθως γελώ όταν αισθάνομαι πως όλα είναι ανώφελα. Ναι, πρώτα γελώ δυνατά και έπειτα βουτάω στη φαντασία μου και μαζί της προσπαθώ να φοβάμαι όσο λιγότερο γίνεται. Απλώς πράττω ό, τι μου προστάζει, δημιουργώ, χωρίς προσδοκίες, έτσι λυτρώνομαι, δημιουργώντας διατηρώ το μάταιο αγνώριστο και ανώνυμο, ξεφυσώ τον αέρα μου προς το άοσμο κενό του μάταιου και γελώ ξανά έχοντας πάλι τη δική μου γεύση. Η δημιουργία φέρνει τη λύτρωση, η αγάπη, η μουσική, τα πάντα, ακόμη και η απουσία των πάντων έχει μεγαλύτερη δύναμη απ’ αυτό το κακομαθημένο και μασκαρεμένο ον που το λέμε ματαιότητα. Η φαντασία μας είναι η λύτρωση, όπως και οι άπειροι χώροι στο μυαλό και στην ψυχή μας. Όλα χωρούν μέσα μας, αφού τίποτα ξένο που παρεισφρέει μέσα μας δεν αντέχει να διατηρήσει την μορφή του εκεί. Κι όσο πυκνό κι αν είναι το στρίμωγμα, άλλο τόσο πυκνή είναι και η έμπνευση. Όχι, λοιπόν, η λύτρωση δεν είναι μια λεπίδα κοφτερή, είναι ακόμη ένα σκαλοπάτι το οποίο αφήνεται ανιδιοτελώς στο πάτημα των ιχνών μας. 

«Ο σοβαρός κύριος με τη μακριά γενειάδα» 

Στο πλαίσιο της προσωπικής ανάγνωσης του διηγήματος μού γεννήθηκε η εντύπωση πως αυτό είναι ένα διήγημα για τη φιλία πιο πολύ απ’ ό,τι για τη ζωή πριν το θάνατο. Αν είχες έξι μήνες πριν από ένα προδιαγεγραμμένο τέλος (βαριά η γνώση του τέλους!), ποιες προτεραιότητες θα νοηματοδοτούσαν τις τελευταίες μέρες σου; Είναι οι φίλοι οι σύντροφοι ως το τέλος; 

Βαρύ αυτό το «τέλος». Δεν παύει, παρόλ’ αυτά να είναι μία λέξη, βαρύγδουπη λέξη δεν αντιλέγω, και μάλιστα από τις αγαπημένες μου. Τη χρησιμοποιώ συχνά. Συνήθως, όταν αρχίζω να γράφω κάτι, πρώτα σκέφτομαι με τι τρόπο θα το τελειώσω. Κατόπιν, κάνω την αρχή, μια δημιουργική πορεία από το σκοτάδι προς το φως, από τον θάνατο προς τη ζωή. Κινούμαι αντίθετα, γιατί με αυτόν τον τρόπο μπορώ να αναγεννώ τους χάρτινους ήρωές μου κάθε στιγμή, τα λεκτικά γεγονότα τους, εμένα τον ίδιο. Όσον αφορά τη ζωή τώρα κι όχι τη συγγραφή, πιστεύω πως μπροστά σε κάθε προδιαγεγραμμένο τέλος, οι προτεραιότητες εξαλείφονται, οι ανάγκες ξεθυμαίνουν, οι άνθρωποι τριγύρω θαμπώνουν μέχρι που γίνονται αόρατοι, η ίδια η ύπαρξη αδιαφορεί κάπου στο βάθος, τα χάδια σταματούν, τα μάτια δεν κοιτούν, το στόμα σφραγίζει και η γλώσσα του λεπταίνει από την αχρησία, μαρμαρώνει ολόκληρο το σώμα, μόνο οι τρίχες πάνω μας σαλεύουν, ένας αέρας μένει μέχρι να πάψει κι αυτός. Μόνο το τέλος έχει προτεραιότητα. Βαρύ αυτό το «τέλος». Είναι μία λέξη όμως που σηματοδοτεί πάντοτε μία αρχή (επιστροφή ξανά στη συγγραφή, φυγή από την πραγματικότητα). 

«Οι κραυγές αγρίεψαν» 

Οδηγός και συνοδηγός φιλοσοφούν για τη ζωή και τα πράγματα που αξίζουν μια μεγάλη θυσία. Μια ιδιαιτέρως περίεργη συγκυρία (παλεύω ερωτώντας να μην κάνω spoiler)! Πού πάνε οι άνθρωποι -η άυλη υπόστασή τους- όταν πεθαίνουν; Τι είναι αυτό που μπορεί να σε κάνει να αλλάξεις εντελώς τη δουλειά, τον τρόπο ζωής; Έχεις ζήσει αυτό που λέμε: γεγονός που με άλλαξε για πάντα; 

Οι άνθρωποι, λογικά, πεθαίνουν. Θέλω να πιστεύω πως ο καθένας πηγαίνει εκεί που επιθυμεί, εν τέλει, εκεί όπου, όταν ζούσε, δεν «το άντεχε η τσέπη» της ψυχής του να πάει. Έχω πίστη στην τελική μετάβαση, στα μέρη των γούστων μας. Εκεί νομίζω ότι για όλους περιμένουν ανυπόμονα τα ιδεώδη μας, σε κάθε τόπο χωριστά. Εκεί, στο «κάπου», στέκουν και όλα όσα μας άλλαξαν, όσα μας μεγάλωσαν, καταστάσεις και άνθρωποι, γαίες και ουρανοί, μα τίποτα απ’ αυτά αλλοιωμένο, όλα αλώβητα αδημονούν την άυλη παρουσία μας. 

«Όλα είναι χώμα» 

Ο Γκράσερ κι ο Μανιέρ, δύο προσωπικότητες γκροτέσκες, αλλόκοτες, μοναχικές, αινιγματικά σκεπτόμενες κι ελάχιστα εκφραζόμενες. Μπορούν να φτάσουν στα άκρα, να αποκηρύξουν πρόσωπα αγαπημένα, να φτάσουν ως το έγκλημα, για να μείνουν μόνοι. Τι αναζητούν; Τη μοναξιά ή τη μοναχικότητα; Είναι δύο διαφορετικά πράγματα; Τι μπορεί να θυσιάσουμε για να είμαστε μόνοι; Είναι οι άνθρωποι της ζωής σου ή η μοναχική κατάσταση που επιλέγεις συχνότερα; Τι σε βοηθά να γράφεις;  

Οι ιδιότητες της μοναξιάς επιβάλλουν τους νόμους της, η μοναχικότητα ξέρει να υποχωρεί, να συγχωρεί. Η μοναξιά είναι εθιστική, ενώ η μοναχικότητα είναι ο ορισμός της χρήσης, η σκέψη πριν τη χρήση, αποτελείται απλώς από λέξεις που επιθυμούμε να γίνουν προτάσεις, ολάκερα κείμενα. Είμαι μόνος δεν σημαίνει οπωσδήποτε και ότι νιώθω μόνος. Την μοναξιά την αισθάνεσαι, μεταμορφώνεται σε οτιδήποτε υπάρχει γύρω σου, την πολυσχιδή ταυτότητά της δεν την αναγνωρίζεις ποτέ. Υπάρχουν άπειρες φωτογραφίες, προσώπων και πραγμάτων, τόπων και κενών που ταιριάζουν με το ύφος της και νιώθεις συνεχώς μπερδεμένος, ασφυκτιείς στο κέντρο ενός τεράστιου κουβαριού. Ενώ η μοναχικότητα, αποτελείται από τα νοήματά σου, μοιάζει αρκετά στο είδωλό σου, έχει το χρώμα των ματιών σου και το βλέμμα σου, τη φωνάζεις με το όνομά σου, και προπάντων, μέσα της συνεχίζεις να νιώθεις τον εαυτό σου και μόνο αυτόν, δεν έχει δική της υπόσταση ούτε βάρος, οπότε δεν μπορεί να σ’ αγγίξει, αν εσύ δεν το επιθυμήσεις. Αυτή είναι, θεωρώ, η βασική διαφορά ανάμεσά τους. Άρα ναι, μιλούμε για δύο διαφορετικά πράγματα. Επίσης, επειδή όντως, προΐόν επιλογής για μένα (τουλάχιστον μέχρι σήμερα) αποτελεί μόνο η μοναχικότητα, συχνά την επιλέγω και την απολαμβάνω δεόντως. Γράφω δίπλα της, τραγουδώ, καπνίζω γυμνός σχεδόν τις αισθήσεις μου, με διακατέχει η αυθορμησία, δε βαυκαλίζομαι, δεν με χειροκροτώ, ζω περισσότερο. Με βοηθάει πολύ ετούτη η ολόδική μου φασαρία, να μη νιώθω μόνος και να γράφω.   

«Πάνω στον λόφο» 

 Αυτό το διήγημα στην αναγνωστική μου συνείδηση «συνομιλεί» με το «Όλα είναι χώμα» σχετικά με μια παράμετρο της ζωής που θίγεται εκεί υπόρρητα κι εδώ ρητά, το γήρας. Η μοναξιά και το γήρας, δύο βαθιές ψυχικές καταστάσεις. Πώς σκέφτεσαι το γήρας; Νιώθω συχνά ότι θα το υποδεχτώ στωικά, κι ας  μιλώ εκ του ασφαλούς, κι ας το κοιτώ μέσ’ από την κλειδαρότρυπα της νιότης. Εσύ; Αν υπήρχε τρόπος να το προσχεδιάσεις, πώς θα ήταν; Τα χρόνια αυτά θα περιελάμβαναν το «μέγα μυστήριο» της γραφής; 

Τον εαυτό μου τον φαντάζομαι τότε, εγκάθειρκτο μέσα σ’ ένα σώμα, αλλά ελεύθερο μέσα σ’ ένα μυαλό. Θετική ή αρνητική, αυτή είναι η επικρατέστερη σκέψη για τα γηρατειά μου. Εννοείται, και το εύχομαι ολόψυχα, πως θέλω να γράφω και τότε, να δημιουργώ αδιαλείπτως. Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει μια φορά, δε ξεμπερδεύει τόσο εύκολα! Πολλοί θάνατοι βρίσκονται μες στο μυαλό του, η ψυχή μας μάχεται διαρκώς, ατελεύτητα, εκτελεί τις μαύρες διαταγές των σκέψεων, ψάχνει διακαώς τον μοναδικό προορισμό προσπερνώντας τόσους και τόσους. Μια κοπιώδη ροή, αυτή των αισθήσεών μας προς την ανακάλυψη του τελευταίου μεγαλείου, του οριστικού τόπου. Τρέχουμε για να φτάσουμε κάπου, σ’ ένα μέρος για το οποίο ποτέ μας δεν ξεκινήσαμε. Και δε μιλώ μονάχα για την κατάσταση του γήρατος ή για τις λευκές τρίχες της κεφαλής. Δεν ψάχνουμε μονάχα τότε για το τελευταίο μας σπίτι με τη βοήθεια ενός κουρασμένου μυαλού και μιας ψυχής εξουθενωμένης, αλλά το κάνουμε ανέκαθεν, ίσως από τα γεννοφάσκια μας ψάχνουμε στα βάθη μας, για να βρούμε τι; Δεν το κρύβω πως τρομάζω όταν συγκρίνω τη νιότη με την κατάληξή της, όταν τα σύννεφα γκριζάρουν εκεί ψηλά και μου δείχνουν έναν δρόμο άγνωστο, μια ρυτιδιασμένη καταιγίδα που όμως τόσο αγαπώ. Κάπως έτσι, λίγο γκρίζο, λίγη γραφή. 

«Το μικρό παράθυρο» 

Η Ευθυμία λαχταρά να παίξει με το κορίτσι του απέναντι μεγάλου παραθύρου και τις φίλες της που παίζουν ανέμελα και χαρούμενα. Η Ευθυμία είναι καθηλωμένη κι ονειρεύεται να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Τι είναι αυτό που μπορεί να μας καθηλώσει; Ποιοι παράγοντες μάς στερούν τις ομορφιές της ζωής (παράγοντες εσωτερικοί ή εξωτερικοί, ατομικοί ή ομαδικοί); Μπορεί να γίνει διαφορετικά; Μπορούμε να έχουμε ίδιο μερίδιο στις χαρές της ζωής; 

Το μυαλό μπορεί να μας καθηλώσει. Το μυαλό μας απελευθερώνει. Μας δείχνει όλες τις ομορφιές, τους τρόπους για να τις φτάσουμε με σκοπό να τις χαρούμε, όλοι, ένας ή κανένας. Μας κερνά μυστικά περάσματα για να τα διασχίσουμε. Το σώμα είναι αχρείαστο γι’ αυτά, δεν ωφελεί το σύρσιμο, είναι αργό και επώδυνο. Το μυαλό αποθηκεύει ζωή για χατίρι μας, τη χρειαζόμαστε για μετά (όταν απογυμνωνόμαστε πια από την μάταιη ενδυμασία μας). Ζούμε για να μην μας αρκεί μονάχα αυτό. Μας δείχνει τις αιτίες για τις οποίες πρέπει να μιλάμε, πρέπει να βρισκόμαστε μαζί του συχνά. Δεν ωφελεί να χάνουμε τα ραντεβού με το μυαλό μας. Το βλέμμα μας είναι η ψυχή της βαθύτερης σκέψης μας, φτάνει μόνο να μάθουμε να βλέπουμε. Τα μάτια είναι αχρείαστα γι’ αυτήν τη διαδικασία, όπως κι ο χρόνος που παραμένει απλώς ένας ακόλουθος. Οι κραυγές αγρίεψαν, κι εμείς σωπαίνουμε, άραγε από σεβασμό ή από φόβο, αναρωτιέται το μυαλό. 

 

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΧΑΡΧΑΛΙΩΤΗΣ
Οι ήρωές μου δεν είμαι εγώ, διότι παύω να υπάρχω όταν τους ξυπνώ μέσα μου. Με αντικαθιστούν, αδράχνουν τη θέση μου, ρευστοποιούν τις στιγμές μου, τις πίνουν για να ξεδιψάσουν, είμαι η δίψα τους, αυτοί είναι η τροφή μου και ίσως όλο αυτό να είναι το νόημα μιας πολύ προσωπικής ισορροπίας.

«Οι κραυγές αγρίεψαν» – βιβλιοπαρουσίαση 

 Το βιβλίο «Οι κραυγές αγρίεψαν» έφτασε στα χέρια μου μετά από μια μικρή ταχυδρομική περιπέτεια. Ο χαρακτηρισμός «μικρή» προστίθεται από την υποφαινόμενη κατόπιν αναγνώσεως, που σημαίνει μετά τη μεγάλη -σε αντιδιαστολή με τη μικρή ταχυδρομική περιπέτεια που προανέφερα και που το έφερε στα χέρια μου- αναγνωστική περιπέτεια. Δεν είναι της παρούσης και θα ήταν μάλλον περιττό ν’ ασχοληθώ με την πρώτη περιπέτεια έτι περεταίρω. Με τη δεύτερη όμως… 

Στην αρχαία τραγωδία πάντα ο θεατής στο τέλος λυτρώνεται, αφού ακολουθείται απαρέγκλιτα, θα έλεγε κανείς, το σχήμα «άτη ύβρις νέμεσις τίσις». Έτσι κι οι ήρωες στο βιβλίο του Γρηγόρη Χαρχαλιώτη λυτρώνονται στο τέλος και με κάποιον τρόπο ο καθένας καθαίρεται. Βιώνουν την «περιπέτειαν», την εναλλαγή ψυχικών καταστάσεων και συναισθημάτων, παριδιαβάζουν ελεύθερα μέσα σ’ ένα ευρύτατο φάσμα ψυχικών καταστάσεων και συναισθημάτων, αποδομούνται, αναδομούνται και συνθλίβονται.  

Κι έχουν όλα τα διηγήματα μια διασύνδεση της μεταφυσικής και του ρεαλισμού. Οι ήρωες είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι με κάποιες ενδεχομένως ιδιαιτερότητες. Στην πορεία, ωστόσο, διαπιστώνει εμβρόντητος ο αναγνώστης ότι δεν είναι και τόσο απλοί. Ο Γρηγόρης Χαρχαλιώτης μ’ έβαλε ομολογουμένως αρκετές φορές να σκεφτώ ότι καμία και κανένας μας δεν είναι κοινός κι ότι το επίθετο «κοινός» θα έπρεπε από καιρού να είχε εκπέσει στη λήθη των λέξεων, των γραμματικών τύπων και των συντακτικών σχημάτων, μαζί με την ευκτική έγκλιση και τον δυικό αριθμό και τόσα άλλα.  

Εκτός από τη μοναδικότητα των ανθρώπων, το βιβλίο «Οι κραυγές αγρίεψαν», στη δική μου τουλάχιστον ταπεινή αναγνωστική συνείδηση, καταχωρήθηκε ως ένα βιβλίο για τις σχέσεις των ανθρώπων, τις οικογενειακές, τις ερωτικές, τις φιλικές. Τις σχέσεις των ανθρώπων με τον εαυτό τους, τα αρχετυπικά τους σύμβολα, όπως τη μάνα, το παρελθόν τους, τους νεκρούς τους, τους μύθους, τους θρύλους, τις καταγραφές της παιδικής τους ηλικίας, τη βίωση της διαφορετικότητας.  

Οι ήρωες του βιβλίου αμφισβητούν την ανάγκη του μέλλοντος. Κονιορτός η ψυχική τους ισορροπία μπροστά στο διαφορετικό! Οι πρωταγωνιστές ζουν μιαν ακολουθία γεγονότων που θραύει την κανονικότητα μιας μετακίνησης με αστικό λεωφορείο. Αφήνουν τραύματα στους πολλούς ερωτικούς τους συντρόφους με το αναπάντεχο φευγιό τους. Σοκάρουν με το έλλειμμα αγάπης και την αναλγησία τους, έχουν ένα κουκούλι σκληρότητας και το περιφέρουν αναζητώντας έναν εχθρό, για να μην εχθρεύονται τον εαυτό τους. Με κάλεσαν οι ήρωες αυτοί να φανταστώ τι είναι εκεί που τελειώνει ο σκοτεινός διάδρομος. Γαληνεύουν όταν αποκτούν με κάπως παράδοξο τρόπο το αντικείμενο του πόθου τους, αφού «ό,τι σκοτώνεις είναι δικό σου για πάντα». Μαθαίνουν τον θάνατό τους από κυρίους με μακριές γενειάδες και βάζουν τη φιλία πάνω από την εγωιστική αναζήτηση του συντρόφου στο τέλος που όλες κι όλοι μας θα επιδιώκαμε, αν είχαμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε. Οι ήρωες μιλούν μετά τον θάνατό τους, οι κραυγές τους αγριεύουν, μένουν τα κουφάρια τους μέσα στον κήπο σου και στον κήπο μου και τρέφονται από το δικό μας αίμα. Πάνω στον λόφο έρχονται αντιμέτωποι με την εγκατάλειψη και τον φόβο του γήρατος και αναμετριούνται μαζί του. Από το μικρό τους παράθυρο λαχταρούν να έρθουνε μέρες γελαστές, που να χωρέσουν το κρυμμένο τους παράπονο. 

Τα υπέροχα πλάσματα, από των οποίων τη γειτονιά πέρασα και σύντομα εξέθεσα παραπάνω τα συναισθήματα, τη δράση και την αντίδρασή τους, είναι οι ήρωες των δώδεκα διηγημάτων του βιβλίου και ξέρω ότι άνοιξα φαρδύ μονοπάτι στην περιέργειά σας. Παραπάνω δεν μου επιτρέπεται να πω. Θα τους αφήσω τώρα στη ησυχία τους και στις δικές σας αναγνώσεις. Δηλώνω απείρως γοητευμένη… 

Discover more!