influencemag.gr
Η Ελένη Λάκη γεννήθηκε το 1997 στη Λάρισα. Τα τελευταία οκτώ χρόνια, έψαχνε έναν τρόπο να τρυπώσει στις ψυχές των ανθρώπων. Γι’ αυτό, δοκίμασε την ποίηση. Εμπνέεται από τα απλά και καθημερινά, τη θλίψη του αστικού τρόπου ζωής, τη δυσκολία διαχείρισης και έκφρασης των συναισθημάτων. 

INNER VIEW

Λίδα Ζαχοπούλου

Πες μας κάτι που πρέπει να ξέρουμε για ‘σένα.  

Παίρνω τον χρόνο μου για να φέρω εις πέρας καταστάσεις. Τελευταία, σκέφτομαι αν αυτό το είχα από πάντα και τώρα απλώς το παρατηρώ εντονότερα. Όπως και να ‘χει, η απενεχοποίηση του να δίνω χώρο και χρόνο, από δραστηριότητες μέχρι τα ίδια μου τα συναισθήματα, υπήρξε λυτρωτικό για μένα σε βάθος χρόνου. 

 

Πώς θα περιέγραφες τη θεματική της ποίησής σου; 

Σίγουρα αυτοβιογραφική, με ψυχογραφική τάση. Μέσω της γραφής επιδιώκω να ενδώσω στην άβυσσο των συναισθημάτων, των δικών μου, αλλά και των γύρω μου. Νομίζω βασική αφορμή αποτελεί η ανάγκη μου να καταλάβω γιατί δρω, και δρούμε, κατ’ αυτόν τον τρόπο στις δεδομένες καταστάσεις. Πολλές φορές, η ερμηνεία της συμπεριφοράς μας είναι άγνωστη και σε εμάς τους ίδιους, μέχρι να φτάσουμε να προβληματιστούμε ως προς αυτήν. Προλαβαίνω και θέτω τα ερωτήματα πρώτη στον εαυτό μου. 

 

Από πού αντλείς έμπνευση; 

Οτιδήποτε έχω γράψει μέχρι τώρα έχει αντληθεί από αληθινά βιώματα και είναι βαθιά προσωπικά. Μέσα από τα ποιήματά μου, τακτοποιώ τη χαοτική σκέψη και τα μπερδεμένα συναισθήματα, ωριμάζω μαζί τους. 

 

Υπάρχουν στιγμές που πιέζεις τον εαυτό σου να γράψει ή γράφεις μόνο όταν νιώθεις εμπνευσμένη;  

 Σίγουρα και τα δύο. Υπάρχουν φορές που θέλω απλώς να βγάλω από μέσα μου άμεσα αυτά που θέλω να πω για να ανακουφιστώ. Σε αυτές τις περιπτώσεις δε με ενδιαφέρει αν θα γράψω στον υπολογιστή, στο σημειωματάριό μου, σε μια κόλλα χαρτί που θα βρω μπροστά μου ή στις σημειώσεις του κινητού. Επίσης, δε με νοιάζει καθόλου η σύνταξη, αν επαναλαμβάνω τα ίδια και τα ίδια με άλλα λόγια, αν είναι δυσανάγνωστο ακόμα και σε ‘μένα το κείμενο. Δε με νοιάζει, γιατί θα το αφήσω στην άκρη όσο χρόνο νιώθω πως χρειάζομαι, μέχρι να το ξαναδώ και να το επεξεργαστώ. Ο χρόνος κυμαίνεται από μία μέρα μέχρι και τρία χρόνια, δεν το προγραμματίζω αυτό. Ξαναπιάνω ένα κείμενο αφημένο, μόνο όταν νιώσω πως ήρθε η ώρα να έρθω αντιμέτωπη με το συγκεκριμένο συναίσθημα ή τη συγκεκριμένη κατάσταση. Όταν γράφω ετεροχρονισμένα για κάτι, παίρνω λίγο χρόνο, κλείνω τα μάτια, αφουγκράζομαι και γενικά δημιουργώ μια ατμόσφαιρα που θα μπορέσει να με τηλεμεταφέρει νοητά στην κατάσταση που βίωνα, ώστε να εντείνω το συναίσθημα που έχει παρέλθει. Για ‘μένα, αυτές οι στιγμές είναι πολύ σημαντικές, γιατί έρχομαι σε επαφή με τον ενδόμυχο εαυτό μου, αφουγκράζομαι τι έχει να μου πει, δίνω χώρο στα συναισθήματα να αναβλύσουν από μέσα, χωρίς να επικρίνω. Κάθε φορά, νιώθω έκπληκτη για κάθε τι που δεν είχα καταφέρει να αισθανθώ, σαν κάποιος να είχε μπλοκάρει μερικές από τις αισθήσεις μου. Εκεί είναι που αντιλαμβάνομαι πως η πραγματικότητα δεν είναι μία, αλλά μία για τον καθένα μας. Τόσο ρομαντικό όσο και τρομακτικό, όσο να πεις! 

 

Το γραφείο σου: συμμαζεμένο ή ακατάστατο; 

Σχετικά συμμαζεμένο, αλλά με μια στοίβα βιβλία που όλο μεγαλώνει. 

 

Ποια είναι η τελευταία ποιητική ανθολογία που διάβασες; 

Για την ακρίβεια, ξαναδιάβασα την ποιητική συλλογή «Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ» της Χλόης Κουτσουμπέλη. Δεν το κάνω συχνά να θέλω τόσο πολύ να ανατρέξω σε κάτι που έχω ξαναδιαβάσει σαν να είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας, αλλά με αυτό το βιβλίο ήταν έτσι. Το αναζήτησα. Εκείνο το συναίσθημα που μου είχε πρωτογεννηθεί όταν τυχαία έπιασα στα χέρια μου τη συλλογή και την ξεφύλλισα, πέφτοντας πάνω στο ποίημα που τελειώνει με τη φράση «Στο ραντεβού που δώσαμε Καμάρα, / εσύ ποτέ δεν ήρθες, / κι γω ποτέ δεν έφθασα ολόκληρη». Ήταν η τελευταία μου εβδομάδα στη Θεσσαλονίκη και έκανα βόλτες στους διαδρόμους του Public με τις ποιητικές συλλογές. Όταν έπεσα πάνω σε αυτό το σημείο, άρχισα να κλαίω σιωπηλά και κατευθύνθηκα στο ταμείο. Πραγματικά δε σκέφτηκα ούτε δευτερόλεπτο. Πήγα στο λιμάνι και κάθισα εκεί διαβάζοντας μέχρι να σουρουπώσει. Τέλη Ιούνη, με την υγρασία του Θερμαϊκού και τον αέρα να με φυσάει δυνατά στο πρόσωπο, ένιωσα αναπάντεχη συντροφιά από τη γραφή μιας γυναίκας. Ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν στην παρούσα στιγμή. 

 

 Ένα όνειρό σου… 

Ένα όνειρό μου είναι να δημιουργήσω ένα καλλιτεχνικό δίκτυο, μια συμπεριληπτική ομάδα για άτομα με αναπηρίες και χωρίς, για να μπορούμε να δουλεύουμε παρέα, να εκφραζόμαστε και να μοιραζόμαστε με το κοινό ανησυχίες και προβληματισμούς μας. 

 

Ποιός είναι ένας από τους στόχος σου για το άμεσο μέλλον. 

Να ταξιδεύω από πόλη σε πόλη της Ελλάδας με μια ομάδα, με την οποία θα οργανώνουμε βραδιές απαγγελίας ποίησης με μουσική και παραστατικά στοιχεία. 

 

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου ποιητές; Σε έχουν επηρεάσει στον δικό σου τρόπο γραφής; 

 Ξεχωρίζω τον Νίκο Καρούζο, τον Νίκο Γκάτσο, τη Μάτση Χατζηλαζάρου, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τον Μανώλη Αναγνωστάκη, την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Πιστεύω πως ασυνείδητα όσα διαβάζουμε μας επηρεάζουν στον τρόπο γραφής μας, οπότε ναι, σίγουρα έχω επηρεαστεί από άλλον περισσότερο και από άλλον λιγότερο. Σε καμιά περίπτωση, βέβαια, δεν έχω προσπαθήσει να αντιγράψω ή να μιμηθώ το στυλ γραφής κάποιου/-ας ποιητή/-ριας. Ο μεγαλύτερός μου φόβος είναι, όταν μου έρχεται μεμιάς ένας στίχος στο μυαλό, να μου περάσει για λίγο η σκέψη αν είναι δικό μου δημιούργημα ή κάτι που έχω διαβάσει και έχει περάσει στο υποσυνείδητο μου. Αν το παθαίνει και κάποιος άλλος, ας μου το πει! 

 

Πώς βλέπεις τη γυναίκα στον χώρο της ποίησης, και ειδικά στην Ελλάδα; Είναι ένας χώρος ανοιχτός για όλους ή ένα ακόμη ανδροκρατούμενο πεδίο; 

Είμαι αρκετά αισιόδοξη, γιατί βλέπω να έχουν γίνει πολλά βήματα τα τελευταία χρόνια. Παρατηρώ πως οι γυναίκες αρχίζουν να διεκδικούν τα αυτονόητα, είναι όλο και πιο δυναμικές και αυτόνομες κι αυτό βγαίνει και στην τέχνη τους. Είναι τόσο ηχηρές, που δε γίνεται να μείνουν απαρατήρητες. Χαίρομαι που η γενιά μας είναι τόσο ανοιχτή στην έκφραση, δίνοντας τον χώρο για κάτι τέτοιο, μέσα από συλλογικότητες και αυτοδιοργανωμένες δράσεις. Είναι πολύ σημαντικό. Κάτι που οι γιαγιάδες και οι προγιαγιάδες πολλών από εμάς δε μπορούσαν καν να το φανταστούν! Νομίζω ότι το χρωστάμε σε όλες αυτές που η φωνή τους δεν ακούστηκε ποτέ. 

Ερωτογενής ζώνη

τα χέρια μου μυρίζουν δύσοσμα υγρά 

είναι όλα σάρκα και μερικά κατασκευασμένα χημικά 

 

έναστρο λέω το πρόσωπο που φεγγοβολά τη νύχτα στο μαξιλάρι μου 

 

ο τρόπος που προφέρεις τις λέξεις σκατά και φασίστες 

σε υψώνουν σε άγνωστα γαλαξιακά συγκροτήματα 

 

λάμπεις χρυσός μπροστά στην αστυνόμευση, 

στα σκοτάδια των πάρκων μετά τις εννιά 

 

κρούονται καμπάνες, του σπιτιού σου οι κόνδορες, 

κρέμονται τα ηχεία στα παράθυρα και στήνεται μια γιορτή για τους μεταναστεύοντες και αποδημούντες από γειτονιά σε γειτονιά 

ο χώρος πριν γίνει περιουσιακός ήταν κοινοχρηστικός καιπολύ μα πολύ ελευθεριακός, λέει ο μπαμπάς 

 

ο τρόπος που η σαλούφα κινείται υποβρύχια 

ο τρόπος που το μάτι σου την παίρνει για σακούλα 

ο τρόπος που γίνεται κομμάτι με τη σάρκα σου και 

ο τρόπος που δε τη θέλεις πια 

                                   

μοιάζει παραδόξως όμορφος 

 

τη στιγμή που ανησύχησες αν ο σεισμός ράγισε τα θεμέλια της στέγης 

εγώ σκεφτόμουν πόσο πολύ χρειάζομαι ένα χεράκι στο σοβάτισμα της καρδιάς 

 

Discover more!