influencemag.gr
Για τον Elbert Hubbard, «η τέχνη δεν είναι ένα πράγμα, είναι ένας τρόπος…». Ένας τρόπος να υπάρχει κανείς, μια στάση ζωής… Αυτό ακριβώς φαίνεται να ισχύει για την πολυσχιδή εικαστικό, με την ιδιαίτερη ματιά, Μάρω Βαγιάτη! Από παιδί, σχεδίαζε και σκαρφιζόταν τη δική της πραγματικότητα, προσπαθώντας να εκφράσει τις σκέψεις και τη δημιουργικότητά της. Έκτοτε, «ρίχτηκε και ρίχνεται» καθημερινά σε μια συνεχή αναζήτηση του εαυτού, ως καλλιτέχνης, αλλά και ως άτομο, καθώς δεν παύει να ανακαλύπτει, να μελετά, να πειραματίζεται και να εξελίσσεται. Τα ερεθίσματά της είναι ποικίλα και συνδιαμορφώνουν το έργο της. Οι πίνακές της, άλλοτε αφαιρετικοί και άλλοτε εξπρεσιονιστικοί, γεμάτοι χρώμα, εμπεριέχουν διάφορα σχεδιαστικά καλλιτεχνικά ιδιώματα και συχνά αποτυπώνουν το σχόλιο της για την κοινωνικοπολιτική επικαιρότητα.

Η Μάρω αγαπά την ελευθερία, τον πλουραλισμό και τη διαφορετικότητα, γεγονός που αντανακλάται τόσο στη σκέψη και τις δημιουργίες της, όσο και στα υλικά που χρησιμοποιεί. Το ίδιο ελεύθερα και αυτοσχεδιαστικά αποδίδει τις φωτογραφίες και τις συνδυαστικές κατασκευές της. Αντλεί έμπνευση από όλο το φάσμα της τέχνης (μουσική, ποίηση, λογοτεχνία) και αγαπά τη φύση με όλες τις μυρωδιές, τις υφές και τα χρώματά της. Η ισότητα, η δικαιοσύνη, η ανθρώπινη επαφή και ο δημιουργικός διαμοιρασμός ιδεών αποτελούν σταθερές και πολύτιμες αξίες για εκείνη! Η Μάρω Βαγιάτη μιλά στο INFLUENCE MAGAZINE για τα έργα και τις επιρροές της, αλλά και για όσα αγαπά και την κάνουν να νιώθει ελεύθερη!

INNER VIEW

Βίκυ Μοιρώτσου

Πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σου με την εικαστική τέχνη; Υπήρξαν συγκεκριμένα αισθητικά ερεθίσματα ή ήταν περισσότερο αποτέλεσμα μιας εσωτερικής ανάγκης για αυτοέκφραση; 

Όσο κι αν ακούγεται σαν φανταστική ιστορία ή αυτό ψυχαναλυτικό, από πέντε χρονών υιοθέτησα την ταυτότητα της… «ζωγραφικίνας». Φεμινισμός 5 ετών! Το ¨ζωγράφος¨ στο μυαλό μου είχε αρσενική ταυτότητα. Στο θηλυκό πώς λέγεται; Και έκανα δική μου λεξιπλασία. Με τη συνείδηση νηπίου, τόσο αποφασιστικά! Ειδικά μετά την απογοητευτική μου εμπειρία στην σχολική κοινότητα και πρόγραμμα, που κατέστρεφε κάθε επιθυμία μου για δραστηριότητα και γνώση. Παρατηρώντας τον πρώτο μου θεατή και τον ενθουσιασμό που προκαλούσα με τα ¨σκαριφήματα¨ μου, γιατί αναπαραστάσεις δεν τα έλεγες, (εννοώ τη μητέρα μου που μυστικά επιθυμούσε να έχει έναν καλλιτέχνη, μια που είχε έρωτα για τους κλασσικούς μουσουργούς και το χορό), είπα ότι αν μετά το σχολείο -που σε προσγειώνει για τα καλά σε ασφυκτική, στείρα αφύσικη πραγματικότητα- συνέχιζα υπό άλλη μορφή αυτό το ¨ωράριο¨, αυτή τη σύμβαση, θα ήταν σαν παραίτηση από τη ζωή. Το τελευταίο, όχι τόσο συγκεκριμένα, αλλά πιο διαισθητικά. Επέλεξα τη «δημιουργική τεμπελιά». Που, όμως, προϋποθέτει πολύ σκληρή δουλειά από πίσω, άπειρες ώρες ενασχόλησης και πειραματισμού. Πολλές κρίσεις και άγχη.   Τα ερεθίσματα δεν ήταν άμεσα οι ζωγράφοι, αλλά πιο έμμεσα, είχα προσλαμβάνουσες από πολλά πράγματα για να βρω κίνητρα αυτοέκφρασης σε αυτό το πρώτο μέσο που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, τη ζωγραφική. Κι αυτό όχι χωρίς μακρά διαστήματα απομάκρυνσης, πριν προσανατολιστώ τελικά σε αυτό. Το χρώμα πρωταγωνίστησε έντονα μέσα στο οικογενειακό μου περιβάλλον, υπό οποιαδήποτε μορφή. Η πρώτη μου μύηση στις εικόνες ήταν μέσα από τα πρώτα παιδικά βιβλία, πολύ πριν μάθω καν να διαβάζω. Ούτε και βιάστηκα για το δεύτερο. Ο πρώτος home κινηματογράφος που ήταν ένας χειροκίνητος προβολέας με  slides. Η μουσική που ήταν παρούσα στο σπίτι. Η φύση που έμαθα να αγαπώ μέσα από εξορμήσεις στην εξοχή, όντας παιδί ενός μητροπολιτικού τοπίου, εχθρικού προς τη φύση. Εν τέλει, η προσωπική μου αφαίρεση να φτιάχνω ένα διαθλασμένο είδωλο της πραγματικότητας…  

Στις δημιουργίες σου παρατηρούνται διάφορα καλλιτεχνικά ιδιώματα και σχεδιαστικά στυλ. Ποια ρεύματα ή προσωπικότητες έχουν επηρεάσει το έργο και την αισθητική σου; 

Στην σπουδαστική μου περίοδο, που προετοιμαζόμουν για τις εισαγωγικές εξετάσεις, είχα βρεθεί χωρίς πραγματικές καλλιτεχνικές επιρροές. Με εξαίρεση κάποιες αναφορές στις αριστοτεχνικές λιθογραφίες, κάποιες ελαιογραφίες του Λωτρέκ και τις παραμορφωμένες εύθραυστες  φιγούρες του Egon Schiele με έναν ξέχειλο αισθηματισμό. Φυσικά, από έλληνες ζωγράφους, εκείνος με την μεγαλύτερη επίδραση σε εμένα ήταν ο Γιώργος Μπουζιάνης. Πιο πριν, ένα αστείο περιστατικό στάθηκε σταθμός ώστε να γνωρίσω το έργο του Βαν Γκογκ στα μαθητικά μου χρόνια, όταν η διπλανή  μου και φίλη αντέγραψε την αστροφεγγιά (starry night) για μια εργασία στα καλλιτεχνικά. Έχοντας μια επιφανειακή και επιπόλαια γνώση για τους ζωγράφους μέσα από μόλις τρεις τόμους ζωγραφικής που υπήρχαν στο σπίτι -όλη μου η μέχρι τότε ¨γνώση¨ στην ιστορία τέχνης-, έπαθα το πρώτο μου σοκ! Καθώς ήμουν αναλφάβητο στη ζωγραφική, δεν γνώριζα το έργο του, ούτε καλά καλά τον ίδιο τον δημιουργό. Γνωρίζοντας τον σκληροπυρηνικό συντηρητισμό της μικρής μου συμμαθήτριας δεν μπορούσα να τον συνδέσω με το έργο, αντικρίζοντας  την ευστροφία, τον ελιγμό σκέψης  με τους εξπρεσιονιστικούς στροβιλισμούς σε «μακρές και σαθρές γραμμές» στον έναστρο ουρανό που αγκάλιαζαν την ημισέληνο σε διαδοχικές θέσεις  στο ίδιο κάδρο, από το βράδυ μέχρι την αυγή… Έναν πίνακα που ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει ως αποτυχία. Το αστείο είναι ότι, μέχρι να μου ξεφουρνίσει ότι είναι απλά αντιγραφή και σε ποιον ανήκει το έργο διασκεδάζοντας με, πέρασα μια ολιγόλεπτη κρίση ταυτότητας, βλέποντας την αντίστιξη προσώπου και έργου. Είπα: Μάρω καιρός να παρατήσεις τη ζωγραφική, να τελειώνει εδώ η περιπέτεια σου άδοξα, γιατί με τους δικούς σου βαριεστημένους παπουτσωμένους, μουσάτους ποντικούς για να¨  βγάλεις¨ την εργασία γρήγορα γρήγορα δεν περπατάει. Έτσι, εκτίμησα  το έργο του, κάπως ανορθόδοξα. Η μεγάλη σύμπτωση είναι ότι τότε που έφτιαξε την έναστρη νύχτα, ο Βαν Γκογκ ήταν προς μια σφοδρή αναζήτηση και παράλληλα σύγκρουση με τον εξπρεσιονισμό που έσκαγε μύτη μέσα από το έργο του Ντεραίν. Αλλά πλέον, είχε ήδη δρομολογηθεί και το δικό του έργο μακριά από την επίδραση των ιμπρεσιονιστών και άρχισε μια αναζήτηση ¨να μαζικοποιήσει τα πράγματα μέσω ενός στυλ σχεδίασης που επιδιώκει να εκφράσει την διαπλοκή των μαζών.¨ Αυτή η τελευταία διατύπωση θα άρχιζε να με απασχολεί λίγα χρόνια αργότερα, μετά από μία επίσκεψη μου στην Εθνική Πινακοθήκη με την συλλογή Κωστάκη. Το δεύτερο σοκ! Πολλά έργα έμοιαζαν απεικονίσεις φυσικής μηχανικής. Αλλά παράλληλα, υπήρχαν προτάσεις για έναν ολόκληρο κοινωνικό μετασχηματισμό μέσα από τις απεικονίσεις, τις κονστρουκτιβιστικές  κατασκευές, τον βιομηχανικό σχεδιασμό χρηστικών αντικειμένων, το μηχανικό θέατρο μέχρι την ίδια τη γλώσσα, την αποδόμηση της σε μια διεθνιστική, που οι ήχοι των φθόγγων της θα οικειοποιούνται πολλές γλώσσες, όπως το οραματίστηκε στο έργο του Ζαούμ ο Velimir Khlebnikov. Ακόμα και κατάργηση της ίδιας της ορθογραφίας προς αβάντα στην ατομική αυτοέκφραση και ιδιοφυία. Και πιο πριν, όταν με απασχολούσε ως σπουδάστρια για τις εισαγωγικές εξετάσεις, το ερώτημα «πού προσανατολίζομαι;». Τέχνη για την τέχνη ή μια μορφή στράτευσης; Η πρώτη έκθεση που στάθηκε καθοριστική για να ξεκινήσω επιτέλους να σχεδιάζω, να πάρω λίγο μπρος, ήταν η έκθεση «Ποτέ πια» που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μουσικής, με το σύνολο γερμανών εξπρεσιονιστών του ρεύματος «Νέα Πραγματικότητα», που ήταν η αριστερή πλευρά των εξπρεσιονιστών. Με έμφαση ιδιαίτερα στην κορυφαία Kathe Kollwitz, της οποίας τα έργα, εκτός των δυνατών και αυτοβιογραφικών θεμάτων, είναι μάθημα μοντέρνας ρεαλιστικής απεικόνισης. Ο εκπληκτικός George Grosz με το έργο του «ecce homo», ο πανοραμικός τρόπος απόδοσης του σύγχρονου κόσμου με έναν ιδιοφυή, αφαιρετικό τρόπο σχεδίασης των μορφών και σύνθεσης. Ο Otto Dix, ο Max Beckmann και μια σειρά άλλων. Αλλά αυτούς τους τέσσερεις τους είχα ξεχωρίσει για να τους αναζητήσω τότε. Και φυσικά, σύγχρονα της εποχής εκείνης, λάτρεψα τους Dada. Τους μηδενιστές αναρχικούς που απέδειξαν ότι η Τέχνη είναι νεκρή, και έφτιαξαν τέχνη. Το φωτομοντάζ, τα ηχητικά ποιήματα, οι ¨παραστάσεις¨ που προβοκάρισαν με τη σειρά τους το γούστο και τα πατριωτικά αισθήματα του κοινού. Οι Raoul Hausmann, Hans Arp, Hannah Höch, Sophie Taeuber-Arp, Francis Picabia, Man Ray, Marcel Duchamp, John Heartfield, Hans Richter είναι καλλιτέχνες που εισήγαγαν τη νέα φόρμα και αντίληψη των πραγμάτων και άσκησαν επίδραση στη δουλειά μου. Ο δικός τους μηδενισμός ανέδειξε τη νέα αντίληψη, νέες τεχνικές στον κόσμο της τέχνης που μπορεί να δημιουργείται Τυχαία και να προκύπτει από το Τίποτα. Δίκαια αυτό το ζωντανό κύτταρο, είτε καθόρισε τους εικαστικούς του δεύτερου ήμισυ του 20ου αιώνα, σε μια περίοδο αμφισβήτησης του αστικού κόσμου και αξιών του, είτε κάποιοι τον μιμήθηκαν φορμαλιστικά και επιφανειακά. Είχε ήδη μεσολαβήσει το Ολοκαύτωμα και οι ατομικές βόμβες στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Ο αστικός κόσμος επιβεβαίωσε τον Φρόιντ, όταν έγραφε ότι ο πολιτισμός παράγει βαρβαρότητα. Οι ντανταϊστές, οι περισσότεροι πέθαναν επάξια στην ψάθα. Οι καλλιτέχνες της ρώσικης πρωτοπορίας, από την άλλη, που διακήρυτταν τον νέο άνθρωπο και την επανάσταση -και για αυτούς είχε ξεκινήσει ήδη από το 1914- εξαφανίστηκαν από τον χάρτη. Σε ένα εικαστικό κίνημα, κι όχι μόνο, άκρως πολιτικό, που απαρτιζόταν για πρώτη φορά από αναρίθμητες, διακεκριμένες στις τάξεις τους, γυναίκες εικαστικούς. Το καθεστώς τους έκανε αόρατους, είτε να κάνουν αιτήσεις για μια πενιχρή σύνταξη για τη δουλειά τους στο θέατρο, όπως ο πολύ σπουδαίος αναθεωρητής ζωγράφος και leader του σουπρεματισμού, Μάλεβιτς. Η σπουδαία Ποπόβα πρόλαβε να πεθάνει από ασθένεια, αφήνοντας ένα τεράστιο έργο της νέας αφαίρεσης. Ο σκηνοθέτης, ηθοποιός και θεμελιωτής του κονστρουκτιβιστικού θεάτρου, Meyerhold, εκτελείται στις 2 Φεβρουαριου του 1940 για τον ¨ξένο και ανταγωνιστικό προς το σοβιετικό ιδεώδες¨ φορμαλισμό του. Και φυσικά ο Τάτλιν και ο Ναούμ Γκάμπο  με τις κατασκευές τους υπήρξαν σταθερές επιρροές για εμένα σε βάθος χρόνου. Γι’ αυτό, το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς μου την αντιμετωπίζω περισσότερο ως δοκιμιακή. Αλλά, δε με άφησαν καθόλου αδιάφορη και πιο σύγχρονοι καλλιτέχνες της γενιάς του ΄60 και ΄70. Η περφόμανς, οι εγκαταστάσεις που σήμερα ονομάζονται installations, ώστε να προσδίδεται κύρος, είναι γεννήματα της προηγούμενης περιόδου, παρακαταθήκες πριν οικειοποιηθούν από τους σύγχρονους θεσμούς. Cindy Sherman και Francis Bakon. Ο δεύτερος είναι μια κατηγορία από μόνος του. Τον ανακάλυψα από το εξώφυλλο της νουβέλας του Αλμπέρτο Μοράβια «Ταξίδι στην Ρώμη» και τον ξανασυνάντησα σε παλιές εφημερίδες του Βήματος στις καλλιτεχνικές στήλες, που είχε αφιέρωμα σε αυτόν τον ιδιαίτερα  δυνατό καλλιτέχνη, στις τουαλέτες του φροντιστηρίου Σχεδίου. Επίσης, χωρίς να έχει άμεση επίδραση στη δουλειά μου, με γοήτευε ο σκανδαλώδης τρόπος σαρκασμού της ποπ κουλτούρας στις performances  του Paul McCarthy. Όπως επίσης, οι καλλιτέχνιδες Sarah Lucas, Valie Export και Nikki de Saint Phalle, με τον δυναμικό φεμινιστικό λόγο τους. Αλλά και άλλοι καλλιτέχνες που θεμελίωσαν την performance στην σύγχρονη αναπαραστατική αντίληψη, όπως ο Herman Nitsch με τις ωμές ιεροτελεστικές ¨θυσίες¨ παραστάσεις και με επιρροές από Μαρκήσιο de Sade, Νίτσε και Αντωνέ Αρτώ. Επιρροές, επίσης, και δικές μου. Αλλά και η αυθεντικότητα του φωτογραφικού έργου της Nancy Goldin, που μοιάζει με ένα καθημερινό φωτοημερολόγιο μιας ζωής, υπό επίδραση της ίδιας, των φίλων της, έντονης σωματικής οικειότητας και την γκέι υποκουλτούρα στην μητροπολιτική ζωή της Νέας Υόρκης. Αλλά στο τέλος, οι επιδράσεις δεν σταματούν και η αναζήτηση του στυλ, της οργάνωσης των δομών και οι αναπαραστάσεις είναι ατέρμονες, όσο έχω συνείδηση της ύπαρξής μου. 

Ιδιαίτερα δημιουργικό είναι το γεγονός ότι δεν περιορίζεσαι μόνο στις κλασσικές μεθόδους σχεδιασμού. Εκτός από πίνακες ζωγραφικής, ανάμεσα στα έργα σου συμπεριλαμβάνονται επίσης μακέτες από φυσικά υλικά, κολάζ φωτογραφιών ενοποιημένες με ζωγραφική κ.α. Ποιες τεχνικές και υλικά αγαπάς να χρησιμοποιείς; 

Μετά από την μακροσκελή απάντηση μου, είναι προφανής η αγάπη μου για την κουλτούρα των υλικών και τους μεταξύ τους πιθανούς συνδυασμούς. Πολλές φορές, χρειάζεται να γίνω ευρηματική και να πειραματιστώ, ειδικά όταν μου λείπουν υλικά. Αλλά και για την απόδοση ενός αποτελέσματος που να δημιουργεί κάθε φορά μια συγκεκριμένη εντύπωση. Στην αφαίρεση πχ, την αίσθηση του τρισδιάστατου και του παιχνιδίσματος, και την ψευδαίσθηση του ανθρώπινου ματιού στην δισδιάστατη διάσταση του τελάρου. Το βάθος, τη διαφάνεια, τον κορεσμό του χρώματος από το φως. Ανάλογα με τι θέλω να απαρτιστώ κάθε φορά, είτε πίνακας είτε κατασκευή, έχω χρησιμοποιήσει: μέταλλο, πηλό, ξύλο, υλικά μακέτας, ρητίνη, πολυεστέρα, πολυουρεθάνη. Υλικά που χρησιμοποιούνται από την οικοδομή μέχρι συγκεκριμένες επιδιορθώσεις πλαστικών υλών. Όσον αφορά το πλαστικό ειδικά, μετά την έκρηξη παραγωγής του τη δεκαετία του ΄60 και την ενοχοποίηση του για την επιβάρυνση του περιβάλλοντος λόγω των χαρακτηριστικών του άφθαρτου, ήθελα να διερευνήσω τις δυνατότητες του σε νέες χρήσεις στη δημιουργία ενός έργου, σε αντίθεση με την κιτς αισθητική με την οποία έχει ταυτιστεί. Την μεταξύ μίξη κάποιων υλικών.   

Ασχολείσαι επίσης με τη φωτογραφία και πιο συγκεκριμένα το «γυμνό». Ποια πλευρά του ανθρώπινου σώματος επιθυμείς να αποτυπώσεις μέσω της προσωπικής σου ματιάς;  

Η φωτογραφία είναι μια απεικονιστική τέχνη που μου άρεσε πάντα, ακόμα και οι τεχνικές, ιδιαίτερες λεπτομέρειες του φιλμ. Το γυμνό το αντιμετώπισα ως μαθητεία τόσο ως ζωγράφος, όσο και ως φωτογράφος. Και ως αυτοδίδαχτη, γιατί πάντα τα μαθήματα στις σχολές ήταν ελλιπή, το προσέγγιζα, αρχικά, με θεματικές που αντλούσα από τον πρωτοπόρο Man Ray. Με την μόνη διαφορά ότι η ματιά στο φακό είναι από μια γυναίκα που παρατηρεί το μοντέλο, όπου στη συγκεκριμένη σειρά φωτογραφιών, επέλεξα να είναι αρσενικό και να ποζάρει σε συγκεκριμένες πόζες, από το φωτογραφικό υλικό του Man Ray (αυτή τη χαρακτηριστική πόζα με τον κορμό ως βιολοντσέλο με τον επιπρόσθετο υπαινιγμό). Στην δική μου περίπτωση, η ταυτότητα φύλου του μοντέλου γίνεται αδιευκρίνιστη και μοιάζει με ένα ωραίο αχλάδι. Το τελευταίο δεν το σκηνοθέτησα, προέκυψε. Σε μια άλλη σειρά, επιχείρησα με ένα φιλικό μου ζευγάρι να ποζάρουν με τη δική τους σωματική οικειότητα, εμπνεόμενη από το φωτογραφικό έργο της Nancy Goldin. Τελικά, αυτές τις φωτογραφίες τις ενέταξα σε δύο κολάζ, αλλάζοντας τελείως το νόημα τους. Αλλά και η προσέγγιση μου στη φωτογραφία είναι ένα κεφάλαιο υπό διαμόρφωση… 

Το 2009, συμμετείχες με τρεις φωτογραφίες από το ψηφιακό σου αρχείο στην Ετήσια Έκθεση της Cheapart. Θα ήθελες να μας εξηγήσεις το περιεχόμενο, καθώς και τα μηνύματα που θέλησες να μεταφέρεις μέσω των συγκεκριμένων έργων σου; 

Ήταν μια σειρά επτά διαφανειών, ψηφιακών μοντάζ σε light box, με παιχνιδιάρικη διάθεση… Οι  τρείς ήταν ψηφιακά σχέδια, σαρκαστικές εικονογραφήσεις για τους δομικούς εξουσιαστικούς θεσμούς που θρέφουν τον φασισμό σε πολιτική έκφραση, για την αντιδραστική εξέγερση του πλήθους όταν διαταράσσονται από την εμφάνιση ενός γιγαντιαίου θηλυκού τέρατος, κρατώντας ένα βιβλίο του Μαρκήσιου ντε Σαντ, και το τρίτο ήταν ένα σκοτεινό σχόλιο για τον κοινωνικό ρατσισμό με τίτλο «Πανδαιμόνιο», ¨κλέβοντας¨ το από την κομπανία του Μάνσον και την παρουσία ενός αλυσοδεμένου αφροαμερικανού κατάδικου του ΄50 σε ένα μικροαστικό σαλόνι. Όλες οι υπόλοιπες διαφάνειες βασίστηκαν σε φωτογραφικό υλικό του Araki από τις πόρνες του Τόκιου, με δικές μου παρεμβάσεις πάνω σε αυτές. Η γραφή μου θα έλεγα πως λειτουργεί σαν αυτόματο κείμενο, ανεπεξέργαστο. Προφανώς, είναι το δικό μου αυτόματο  σχόλιο  για το πώς επενεργεί η κοινωνική προβολή στους εγκεφάλους των ανθρώπων, από το πρώιμο στάδιο ανάπτυξης τους, στη δημιουργία πολιτισμικής ταυτότητας φύλου και τη διαμόρφωση του κοινωνικού τους ρόλου -με έναν ενστικτώδη τρόπο, όχι χωρίς  σαδομαζοχιστικές ροπές- πριν την έλλογη διατύπωσή τους. 

Κάποια σχέδια σου είναι εξπρεσιονιστικά, καθώς διακρίνεται σε αυτά η αποτύπωση έντονων συναισθημάτων και μια τάση παραμόρφωσης της πραγματικότητας. Μίλησέ μας για τα συγκεκριμένα έργα και τη σύνδεσή τους με την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα. 

Ο εξπρεσιονισμός είναι έντονος και παραμορφωτικός ως αισθητικό κίνημα και πολιτική έκφραση, από την φύση του και τους λόγους που το γέννησαν. Είναι μια εξελικτική διαδικασία στην ανεικονική τέχνη. Μου βγήκε με πολύ φυσικό τρόπο αυτή η σειρά έργων, θεματικά και ως στυλ. Αν σκεφτούμε τι μεσολάβησε τα πρώτα χρόνια της οικονομικής εποπτείας μέχρι σήμερα και πώς επηρέασε τις ζωές μας, το 2012-13 με την άνοδο του φασισμού σε οργανωμένη πολιτική έκφραση και μάλιστα με Κόμμα στη Βουλή. Αλλά και την κατ’ επέκταση εντατική εκφασιστικοποίηση της κοινωνίας. Ο Βίλχελμ Ράιχ, βέβαια, είχε πει ότι η φασιστική τάξη είναι η ίδια η δημοκρατική μεσαία τάξη και ότι οι μέρες μας έχουν ιστορικό βάρος, με σαρωτικές αλλαγές. Πολλά πράγματα θα μείνουν στο παρελθόν από ένα αναπόφευκτο  ιστορικό ξεκαθάρισμα. Εγκυμονεί η εποχή μας μάλλον… Την εποχή εκείνη, ήμουν παρατηρήτρια, αλλά ήταν και περίοδος προσωπικού μου μετασχηματισμού. Τα σχέδια τότε εξυπηρέτησαν έναν φευγαλέο σκεπτικισμό μου. Είναι απαύγασμα και αραιές σημειώσεις -με αυτόματο τρόπο- αυτών των γεγονότων που κατέκλυζαν τη δημόσια ζώνη και είχαν κάποιο μικρό ή μεγάλο αντίκτυπο και σε εμένα. Είναι σχέδια με ταυτόχρονα και παράλληλα συμβάντα, στο ίδιο κάδρο. Που είτε εικονίζουν σκηνές ωμής βίας με την παράλληλη παρουσία του λόγιου ρήτορα από καθ έδρας να ρίπτει βολές από το στόμα του, είτε ελιτιστικά κονκλάβια έναντι των κοινών ανθρώπων, είτε τέλος μια απεικόνιση του πρεσβύτερου πολιτικού μέρους, εκφραστή της αμφισβήτησης, που θέλοντας να διασώσει τον ζωτικό του χώρο από κάποιο νεότερο αστάθμητο παράγοντα (με εξίσου σημείο αυτοαναφοράς την αμφισβήτηση), επιτίθεται σε ένα τοπίο πολεμικό, διαμορφωμένο από  τη μεταφυσική του πανταχόθεν παρόντος κράτους. Αλλά κοινωνικά και πολιτικά, εν τέλει, ήμασταν όλοι μοιραίοι… 

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ θεωρεί πως όταν η τέχνη είναι απολιτική, σημαίνει απλά ότι έχει συμμαχήσει με την άρχουσα τάξη. Συμφωνείς με αυτήν την άποψη; 

Αυτή η συμμαχία, τότε, κρατεί αιώνες. Μεγάλη κουβέντα! Και όντας απομακρυσμένοι από την εποχή που οι εικαστικοί, ειδικά οι ζωγράφοι, θεμελίωσαν το δικαίωμα τους να μην είναι -στην καλύτερη περίπτωση- ανώτεροι υπάλληλοι κάποιου ηγεμόνα, αλλά ελεύθεροι επαγγελματίες, μέσα ή έξω από το υγρό ατελιέ τους, κάτι που δεν έγινε πριν την βιομηχανική επανάσταση. Από τότε μέχρι σήμερα, λειτουργεί κι αυτή πιο συστημικά στην καπιταλιστική οικονομία σε οργανωμένους θεσμούς, οι οποίοι καλούνται και «χρηματιστήριο της τέχνης». Και από την άλλη,  από τον Καραβάτζιο και τον Ιερώνυμο Μπος μέχρι τον εφευρετικό μηχανικό Λεονάρντο Ντα Βίτσι με το προταγματικό του Uomo Universalis, που έρχεται να συναντηθεί με τις απαρχές του πολλά υποσχόμενου 20ου αιώνα της γνώσης, των ελευθεριακών διακηρύξεων, των νέων φορμών και των κοινωνικών επαναστάσεων. Και από το ανατρεπτικό «Las meninas» του Βελάσκεθ  μέχρι τις χαλκογραφίες του Γκόγια, ο οποίος κατέδειξε τον σκοταδισμό του λαού στην εποχή του, που για αιώνες μαστίζονταν από το παπικό Status Quo, τη φεουδαρχία και σύγχρονά του την γαλλική κτήση. Η τέχνη δεν χρειάστηκε να είναι στρατευμένη πολιτικά για να αποτελεί ένα σκάνδαλο ή πολιτικό προτσές στην εποχή της ή να είναι πολιτική ακραιφνώς. Όταν οι ίδιοι δημιουργοί της, μάλιστα, διαλέγουν πλευρά. Μπορώ να πω, πως και η «Καταγωγή του ανθρώπου» του  Gustav Courbet προκαλεί ακόμα. Πού είναι οι γυναίκες σε όλη αυτή την εξέλιξη της; Όταν εκφράζεται η γυναίκα, είναι ένα επαναστατικό γεγονός από μόνο του! Μόνο να θυμηθούμε το έργο «Σουζάνα» και τους Πρεσβύτερους της Artemisia Gentileschi. Ένα αδιανόητο γεγονός στα 1610: ζωγράφος γυναίκα αποδίδει την καλύτερη εκδοχή της Σουζάνας με περισσότερη θηλυκότητα από άλλες εκδοχές ομότεχνών της, και με όλο το ψυχολογικό πορτραίτο της ενόχλησης που δέχεται, την κακόβουλη ερωτική πίεση από τους Πρεσβύτερους. Ομότεχνοί της χρησιμοποίησαν αυτό το θέμα για να αναδείξουν την αρετή της σεμνότητας, αλλά πρακτικά για την φιλήδονη ματιά των προστατών τους στο γυμνό κορμί της. Η ίδια αμφισβητήθηκε ότι είναι η δημιουργός του έργου, λόγω του νεαρού της ηλικίας της. Και μην ξεχνάμε τις αντάρτισσες , τις Guerrilla Girls, που κήρυξαν τον πόλεμο στον σεξισμό και τον ρατσισμό στον κόσμο της τέχνης. Και επέλεξαν την ανωνυμία, προσδίδοντας μεγαλύτερη σημασία στα θέματα για τα οποία μιλούν παρά στις ατομικές τους ταυτότητες. Η προσβασιμότητα του κόσμου σε αυτήν διακρίνει τις ιστορικές εποχές ανάμεσα σε εκείνη του Μπρεχτ και του σήμερα. Το θέατρο για τον Μπρεχτ στόχευε στην διαμόρφωση κοινωνικής συνείδησης του λαού, ήταν αυτό που αποκαλείται Επικό θέατρο, ή διδακτικό, όπως το αποκάλεσε ο ίδιος, κατά το οποίο οι θεατές περνούν από την κοινωνική συνειδητοποίηση στην πολιτική ανατροπή της κοινωνικής αδικίας. Και αυτό το θέατρο συνδέει τον Μπρεχτ με εκείνο του Μέγιαρχολντ και του Μαγιακόφσκι, που είχαν προηγηθεί. Το κονστρουκτιβιστικό ή μηχανικό θέατρο. Η αποστασιοποίηση του κοινού από το δράμα, ο συνδυασμός ετερόκλητων στοιχείων επί σκηνής και -ένα καινοτόμο στοιχείο που εισήγαγε -η άμεση συζήτηση των ηθοποιών με τους θεατές. Και ήταν φυσική η θέση του για την τέχνη στο ιστορικό πλαίσιο που ζούσε -είχε προηγηθεί το 1918 η χαμένη επανάσταση του Μονάχου, την περίοδο της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Επιπλέον, οι σύγχρονοί του είχαν μπροστά τους το τέρας του οργανωμένου πολιτικά Φασισμού, την αναρρίχησή του ως στιβαρό κόμμα στη Βουλή και την Εξουσία, στη συνέχεια, από περιθωριακό φαινόμενο που αποτελούσε πριν. Αυτός ο φασισμός αποτέλεσε το ιδεολογικό επιστέγασμα του Καπιταλισμού. Μια ιδιάζουσα ιδεολογία από ένα συνονθύλευμα ιδεολογιών  φυλετισμού και μυστικισμού (¨προερχόμενες¨ από τον Ρομαντισμό του 19ου αιώνα, που κι αυτό το αισθητικό κίνημα είχε αντιθετικές πολιτικές πτυχές) που στόχευαν κατευθείαν σε αυτό που ο Ράιχ θα αποκαλούσε «συγκινησιακή  πανούκλα» και στον ανασφαλή, συρρικνωμένο μικροαστό που βρίσκει καταφύγιο στο να ¨ανδρωθεί¨ με μεγαλείο και ανώτερη καταγωγή. Επίτηδες λέω ανδρωθεί, γιατί σε αυτό το πλέγμα φασισμού εκφράζεται η πιο σκληροπυρηνική και καταστροφική πατριαρχία. Η αποστασιοποίηση από ένα φθηνό αίσθημα στην καθαρή λογική σκέψη και μάλιστα κοινωνική, όπως και σήμερα, ήταν αναγκαία.   Προσωπικά, έχοντας γνωρίσει ως θεατής ή αναγνώστρια το διαλεκτικό θέατρο του Μπρεχτ, συνδιαλέγομαι με αυτό, αλλά θεωρώ πως θα περιοριζόμουν σαν εικαστικός, αν κατευθυνόμουν από μια συγκεκριμένη πολιτική στράτευση. Έτσι κι αλλιώς, άσχετα που μπορεί να περιγράφω δουλειές μου, προτιμώ αυτές να λειτουργούν ως ανοιχτά κείμενα για τον/την παρατηρήτρια, οι οποίοι θέλω να έχουν έναν ενεργό ρόλο. Όπως αναγνωρίζω πολλαπλές πτυχές της ζωής προς διερεύνηση με το πώς εκδηλώνονται. Αλλά ακόμα, ως δημιουργός μπουσουλάω. 

Φαίνεται συνολικά από τις δημιουργίες σου ότι αγαπάς να δημιουργείς αισθητικές απεικονίσεις και αναπαραστάσεις. Από πού αντλείς όμορφες εικόνες, ώστε να «αντέχεις την πραγματικότητα»; 

Από αυτόν τον κόσμο. Εξακολουθεί να με εντυπωσιάζει, όπως όταν τον πρωτοαντίκρισα. Πρώτα με τις αισθήσεις μου και μετά λογικά. Από φυσικές ή διάφορες τεχνητές ύλες. Όπως εντυπωσιάζομαι από τους ανθρώπους. Νησιά κόσμων προς διερεύνηση-ταξίδι. Εμπνέομαι από τις δουλειές άλλων δημιουργών που διάλεξα να διδαχτώ με ένα νοητό τρόπο. Από όλο το φάσμα της τέχνης (μουσική, ποίηση, λογοτεχνία) και ξεχωριστά από το κάθε είδος. Ξεχωριστή θέση δεν θα μπορούσε να μην έχει η μουσική. Πώς θα ζούσαμε αν απουσίαζε; Εκείνη με την ακαριαία επίδραση της σε ταξιδεύει μέσα σου. (Φυσικά, είμαστε εξοικειωμένοι και σε κάποιο είδος θορύβου που το παρουσιάζουν ως μουσική, αλλά είναι ένα εμπορευματικό φασόν στα κατώτερα ένστικτά μας). Προφανώς, πολλά φυσικά πράγματα, αν τα αφήσεις να επιδράσουν μέσα σου θα λειτουργήσουν σαν ένα  είδος μαγικού ρεαλισμού, ή αλλιώς το βλέπω ως μια προσωπική ουτοπία στο τώρα, μια φαντασία που δεν ευνουχίστηκε στην τρυφερή ηλικία, αλλά μάλλον ενισχύθηκε. Πλέον, είμαι σε ηλικία να δημιουργώ ερεθίσματα δημιουργικής χαράς (όχι στενά με την έννοια χαρούμενη, αλλά την έννοια του δαιμονίου). Αυτό δεν σημαίνει ότι μένω ανεπηρέαστη από την εδώ πραγματικότητα, ειδικά την ελληνική που σε τραβάει προς τη μετριότητα. (Εδώ, το διπλανό σου άτομο δύναται να σε βάλει σε επικίνδυνες ατραπούς, να σου δυσκολέψει επιπλέον τον βίο). Να σου δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν μπορείς να δραπετεύσεις. Παραμένω σε μια θέση ξένης ταξιδιώτισσας και ανοιχτή να γνωρίσω το άλλο. Στο κάτω κάτω της γραφής, η τέχνη γίνεται και δύναται να γίνει ένα υπερόπλο έκφρασης και μέσο επικοινωνίας ιδεών, ερεθισμάτων και αυτοθεραπείας… Το να δρας, γενικότερα. 

Η αυτοεκδήλωση ενός ανθρώπου, όπως αυτή επιτυγχάνεται μέσω των τεχνών (χορός, ζωγραφική, ποίηση), συνιστά κατά την άποψή σου μια πράξη ελευθερίας; Τι άλλο σε κάνει να αισθάνεσαι ελεύθερη και τι αντίθετα νιώθεις να σε περιορίζει ως άτομο; 

Θα ξεκινήσω αντίστροφα να απαντώ στο ερώτημα σου. Τα πάντα με περιορίζουν! Οι βιολογικοί νόμοι μέχρι αυτά που φροντίζω (γατάκια, σκυλάκια…). Η ίδια η ζωγραφική έχει όρια, διέπεται από την αισθητική με τους θεωρητικούς της ¨κανόνες¨. Σημασία έχουν οι ποιοτικές διαφορές του τι σε περιορίζει, τι σε ¨σκοτώνει¨, τι σε κάνει να χάνεις την ταυτότητα σου, ως ιδιαίτερη μοναδική ανθρώπινη οντότητα, και τι σου δίνει ακόμα περισσότερη ώθηση. Η ίδια η φύση με ζωντανεύει, τα αρώματα που ταξιδεύουν μέσα από τον αέρα, η οπτική επαφή και η πιο άμεση επαφή με στοιχεία της, με το ίδιο το έδαφος, το πιο ωραίο στρώμα! Το θεωρώ ένα δώρο στον εαυτό μου, κάθε φορά που σταματάω την καθημερινή μου ρουτίνα για να παρατηρήσω αυτό το πλάγιο φως που τρεμοπαίζει ανάμεσα από τις διακλαδώσεις των δέντρων ή την εναλλαγή χρωμάτων κατά την δύση. Ο διαμοιρασμός ιδεών και οι δημιουργικές εμπνεύσεις άλλων ανθρώπων με κάνουν, επίσης, να αισθάνομαι πραγματικά ελεύθερη. Η έννοια της κοινότητας με ανθρώπους που ενεργούμε, δρούμε με σύμπλευση κοινών κοινωνικών ανησυχιών και πολιτισμικών αναζητήσεων. Η έννοια της ισότητας και η έννοια της δημοκρατίας αναμεταξύ μας με κάνουν να αισθάνομαι ελεύθερη. Η επαφή με άτομα απογυμνωμένα από κοινωνικές συμβάσεις, που συνδεόμαστε με ένα συγκινησιακό τρόπο… 

Υπάρχει κάποιο project πάνω στο οποίο εργάζεσαι αυτή την περίοδο ή κάποια ιδέα την οποία αδημονείς να υλοποιήσεις;  

Μάλλον είμαι σε κατάσταση αγρανάπαυσης. Τον τελευταίο καιρό με έχει απορροφήσει η κατανόηση  της 4ης διάστασης (δεν είναι κάτι καινούριο και οι κυβιστές επιχείρησαν να την κατανοήσουν), αν τελικά τα καταφέρω. Προς το παρόν, θέλουμε με μια φίλη να ολοκληρώσουμε ένα σενάριο για ταινία, μια φιλμ νουάρ σαπουνόπερα. Ταιριάζει με τις μέρες μας… 

Μάρω ευχαριστούμε πολύ!  

Η χαρά είναι δική μου για την φιλοξενία… Καλή συνέχεια στο ταξίδι σας! 

Discover more!

Share