influencemag.gr

 

Η πλαστογραφία μου (2022), Αντώνης Ψάλτης, εκδόσεις Κουκούτσι 

Τρεις μέρες, μια συζήτηση, ένα ποιητικό βιβλίο… 

Ξεκίνησα την ανάγνωση αμέσως μόλις τακτοποιήθηκα στη θέση μου. Ταξίδι με το τρένο. Κοντινό, κανένα τρίωρο, σκάρτο τρίωρο. Και κάπου εδώ ξεκινά το project «Η πλαστογραφία μου». Ελάχιστες ήταν οι φορές που κοίταξα τη διαδρομή του τρένου, που νωχελικά άφησα το βλέμμα μου να φύγει στον ορίζοντα που ανοίγεται έξω απτο παράθυρο στο πλάι μου. Απορροφήθηκα Απορροφήθηκα με το πνεύμα μου σε πλήρη εγρήγορση… 
photo credit: Μουστάκα Ξένια

Ο Αντώνης Ψάλτης ζει, εργάζεται, διαβάζει, γράφει, μεταγράφει, φωτογραφίζει, εκτίθεται κι εκθέτει κι εν γένει δημιουργεί κι αναδημιουργεί διαρκώς κι αδιαλείπτως στη Λάρισα. Εκεί τον συνάντησα, στον «φυσικό» του χώρο. Κινήθηκα στα στέκια που αγαπά, στα στέκια όπου επιστρέφει, για να βρει πατήματα κι ερεθίσματα. Το μεγαλύτερο μέρος όσων θα διαβάσετε παρακάτω συζητήθηκε στο πιο παλιό καφενείο της πόλης, το καφενείο του Μούμου, κοντά στο ποτάμι. Δεν πρόκειται για μια συνέντευξη, αλλά για μια εκτενή συζήτηση γύρω από τα ενδιαφέροντα, τις ποιητικές αφορμές, τις φιλοσοφικές δονήσεις, τα κέντρα βάρους της ποίησής του. Είχα την ευκαιρία να διαβάσω κι άλλα ποιητικά του βιβλία. Βεβαίως, η συζήτηση επικεντρώθηκε στην «πλαστογραφία», αλλά θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρω μια διαπίστωση εξ όσων είχα την ευκαιρία να δω. Η κάθε ποιητική συλλογή είχε διαφορετικό ύφος κι όλες μαζί κύκλωναν περίτεχνα μια συστάδα θεμάτων που απασχολούν τον άνθρωπο που διάκειται φιλοσοφικά και ποιητικά απέναντι στη ζωή.  

INNER VIEW

Ξένια Μουστάκα

Η «πλαστογραφία» είναι αφιερωμένη στον Θανάση και τη Μυρτώ, τους γονείς του Αντώνη Ψάλτη που, όπως μου διηγήθηκε, «αγκάλιαζαν» κι υποστήριζαν ανέκαθεν τα βήματά του στον τραχύ δρόμο της ποίησης. Το πιο δύσκολο σημείο της συζήτησής μας αφορούσε τον τίτλο. Μια «πλαστογραφία», όχι μια αυτοβιογραφία; Η αυτοβιογραφία, συζητούσαμε περπατώντας δίπλα στο ποτάμι, είναι μια ερμηνεία της ίδιας μας της ζωής. Ως εκ τούτου, είναι ιδωμένη υπό το πρίσμα μιας πραγματικότητας που κατασκευάζουμε εμείς οι ίδιοι εναλλάσσοντας τη βαρύτητα με την οποία ενσκήπτουμε σε βιώματα, στιγμές, γοητείες κι απογοητεύσεις του βίου μας, της καθημερινότητάς μας. Κυρίως όμως νοηματοδοτώντας πολύ προσωπικά τον ρόλο των προσώπων, των σημαντικών μας άλλων, στη ροή του χρόνου. Ως «κατασκευασμένη» ακουσίως (ή και εκουσίως ενίοτε), λοιπόν, από τις ερμηνείες μας μπορεί να καταδειχθεί από ένα «ξένο», αλλότριο βλέμμα προς τη δική μας βιωματική θέαση, ως «πλαστογραφία». 

Η συλλογή αυτή είναι πάντως μια συλλογή που αφορά βαθιά τον ποιητή, μια διερεύνηση του «εγώ», κατόπιν παραδοχής της θέσης του Κώστα Αξελού: «Κανείς δεν μπορεί να γράψει την αυτοβιογραφία του. Κανείς δεν ‘είναι’ η αυτοβιογραφία του». Αρχίζει και κλείνει με δύο μπαλάντες «για την απρόσμενη αρχή» και «για ένα πολύτιμο σκιάχτρο». Στην πρώτη μπαλάντα το ποιητικό υποκείμενο αναζητεί να αφήσει πίσω γραμματικές, συντακτικές και λεξιλογικές συμβάσεις κι όσους εμμένουν σ’ αυτές και να βρει επιτέλους εκείνη τη «στοχαστική απανεμιά» για να δημιουργήσει. Στην τελευταία μπαλάντα, αγαπημένη της υποφαινομένης, ξαφνιάζουν μια σειρά από ονοματικά σύνολα που εντυπώνονται και δομούν ένα σύμπαν εικόνων, είναι αυθύπαρκτα, έχουν ζωή σε πολλαπλά συγκείμενα: οι αθέριστοι αγροί, ο ημάτιος φόβος, τα άγονα λόγια, το πολύτιμο σκιάχτρο, το άραχλο ξακρίδι, οι ατόφιες πληγές, το άφθιτο άστρο. 

Το ενδιάμεσο «σώμα» της ποιητικής συλλογής αποτελεί μια περιδιάβαση σε πρόσωπα, μνήμες, στιγμές, γεγονότα και στοχασμούς. Αναζητούμε το άρρητο παρατσούκλι του παππού Αντώνη που τον δένει με τον εγγονό, αναζητούμε να δούμε πώς έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό, αναζητά και το ποιητικό υποκείμενο πώς θα ήταν αν προλάβαιναν… Έπειτα, στο «έκτακτο δελτίο ειδήσεων» περνά μπροστά από τα μάτια μας μια σειρά «ειδήσεων» της τηλεόρασης που στιγμάτισαν τη νιότη μας, όπως η μετάδοση της εκτέλεσης του Ceausescu, ο κομήτης Χάλλεϋ, τα γεγονότα στην Τιενανμέν, το Τσέρνομπιλ, το Τσάλεντζερ, η πτώση του τείχους του Βερολίνου, το «βρόμικο ‘89», ο Γκάλης κι η αποθέωσή του. Σαν ανασκόπηση μιας νιότης που πέρασε ανεπιστρεπτί αφήνοντας βαθιά ίχνη στο δέρμα της συνείδησης. Μαθαίνουμε, αργότερα, τον πόθο του παππού Κώστα «το κτήμα Δρακόπουλου να γίνει πάρκο» μεταφερόμενοι στις ωραίες αθηναϊκές γειτονιές μια άλλης εποχής, στο πάρκο, «στο τέρμα Πατησίων». Κι ύστερα κάνουμε βίωμα και παντιέρα «το δικαίωμα στην τεμπελιά του Paul Lafargue» και σκεφτόμαστε πόσο πολύ μας έλειψε σ’ αυτήν την αεικίνητη εποχή «σαν τσόνι χαριτόβρυτα να φλυαρούμε» για τον Κάφκα, τον Καβάφη, τον Μαρξ, τον Καρούζο κι ανακαλύπτουμε εμβρόντητοι πόσο ποιητικά μπορεί να μιλήσει ένας…οικονομολόγος.  

Διαβάζουμε στην «πλαστογραφία» για εκείνες τις γιαγιάδες που «βλέπουν με ήχους», γι’ αυτό λατρεύουν το μικρό ραδιοφωνάκι τους ή «τον ύπνο…περίμεναν ολόκληρη ζωή». Ξεδιπλώνει το ποιητικό υποκείμενο τον αυτοσαρκασμό του, χωρίς επ’ ουδενί να θέτει υπό διαπραγμάτευση την ποιητική του ταυτότητα. Αντίθετα, την στερεώνει ακλόνητα «απομαγεύοντας» τον ποιητή. Τοποθετεί τους στίχους του στο «άρμα του ρυθμού» ή μήπως στο άρμα του Nietzsche 

Προσωπικότητες που άσκησαν επιρροή στο ποιητικό υποκείμενο κάνουν το πέρασμά τους από τις σελίδες του βιβλίου. Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος που αποδέχεται έναν νομικό σε μια σειρά διαλέξεων για τον Beckett και που έχει βαθιά συναίσθηση ότι «κάθε μέρα πεθαίνουμε κατά είκοσι τέσσερις ώρες» (Karl Marx). Γονιμοποιός δύναμη η σκέψη του δασκάλου και η απόφανσή του ότι «ερωτευόμαστε για να αφηγηθούμε τη ζωή μας, ερωτευόμαστε για να μιλάμε με κάποιον». Μου θύμισε την ανάγκη για «ένα κορμί άθικτο / ένα κορμί καθαρό / να σκαλίσω πάνω του την ιστορία μου» (Γιάννης Αγγελάκας) (στίχος που πολύ αγαπώ, μάλλον γι’ αυτό το άχραντο και διαχρονικό αίτημα για σώμα, άλλο σώμα). Ο Beckett σε δυο «μέρη», μέσα από δυο ποιήματα, απασχολεί το ποιητικό υποκείμενο. Και πρόκειται για δυο ποιήματα που αποτελούν το απαύγασμα, την ουσία και συνάμα μια πυκνότατη ποιητική σύνοψη των πανεπιστημιακών διαλέξεων του Γεράσιμου Βώκου. 

Και, βέβαια, μια γάτα, η Mae, η γάτα του Κώστα και της Ρούλας, που επιστρέφει στο άπειρο, λες και για λίγο είχε πεταχτεί στην αγκαλιά του νεαρού άνδρα μέσα από ένα σύμπαν μάλλον ζατελικό (αν μπορώ να το πω). Μου έρχεται στ’ αλήθεια να γράψω ένα κείμενο ξεχωριστό για καθένα από τα ποιήματα «διάσταση του αίματος», «κοντολογίς δεν γράφω όταν έχω χρόνο, αλλά στην εξορία του» (αυτός ο τίτλος είναι από μόνος του ποίημα) και το «η ιστορία που γράφεται ξανά» (μια σπουδαία μεταγραφή του Σαμαράκη), αλλά δε θα το κάνω. Θα αφήσω τα ποιήματα στην ησυχία της ψυχής μου και της ανάγνωσής μου και στην ησυχία των επόμενων αναγνώσεών τους, για να δούμε ποιος θα γλιτώσει από την «πλεκτάνη της σιωπής».  

Στο μακροσκελέστερο ποίημα «Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα» ο ποιητής θεσπίζει έντονες διακειμενικότητες (του αρέσουν, καθώς φαίνεται, αυτές) και κάνει μιαν εναγώνια «έκκληση» να στραφεί το βλέμμα σε εκείνες τις γωνιές μιας χώρας που ξεμακραίνουν από το κλεινόν άστυ κι εξακτινώνονται σε βουνά, ποτάμια, μικρές επαρχιακές πόλεις και χωριά, σε συνοικίες παλιές ως τα Ταμπάκικα της Λάρισας. Την αυτή ανησυχία για το χωριό που λησμονείται και τη ζωή εκεί που φθίνει εκφράζει το ποιητικό υποκείμενο δια στόματος του μπαμπά Θανάση στο ποίημα «τσιγάρο στο μπαλκόνι», στο οποίο καταλήγει σε μια σχεδόν υπόσχεση αντίστασης στη λήθη, μια πρόθεση επίσκεψης και διαρκώς επιστροφής (μάλλον αφετηρίας από…) σε μια ρίζα που δε θέλει να κοπεί. 

Διαβάζοντας τον «ψίθυρο» είχα διαρκώς την αίσθηση πως αποτελεί μια απάντηση, αλλά απάντηση σε τι; Ο «ψίθυρος» είναι στην πραγματικότητα η ποιητική «απάντηση» (με την έννοια της συνάντησης κι όχι τόσο της απόκρισης) στο «Ουρλιαχτό» του Allen Ginsberg. Καθηλωτικό λόγω της αλήθειας του το τρίστιχο «είδα τα χειρότερα μυαλά της γενιάς μου / να μπαινοβγαίνουν στα στέκια της ελευθερίας / ανάλογα με τα ποσοστά του κόμματός τους» (quite provocative, isnt it?). Το ίδιο καθηλωτική και αρκούντως λυτρωτική η παρότρυνση «και για όποιον αποθανόντα εξ ημών του αξίζει / από δω και μπρος / επιτέλους άφοβα ας λέμε / τι κάθαρμα που ήταν μια ζωή» στο ποίημα «από τις Εποχές του Μανόλη Αναγνωστάκη». 

Η «αυτοπροσωπογραφία σε οθόνη αφής» φιλοσοφεί σχετικά με τα γενεσιουργά κίνητρα των πορτρέτων, των φωτογραφιών και των μοντέρνων σέλφι, για να καταλήξει και πάλι στον αυτοσαρκασμό. Στο ομότιτλο της συλλογής ποίημα «η πλαστογραφία μου» υπομιμνήσκεται μια σύναψη ταυτοτήτων που, ομολογώ, μου είχε διαφύγει η συχνότητά της: δικηγόρος – ποιητής. Εδώ το ποιητικό υποκείμενο δηκτικά -και πάλι αυτοσαρκαστικά- απαντά σε όσους μέμφονται τους δικηγόρους για το ψέμα σε μια «κοινωνία που όλη λέει ψέματα» κι οι δικηγόροι «απλώς την εκπροσωπούν στα δικαστήρια». «Πάντως οι ποιητές…το ψέμα το έχουν στο τσεπάκι τους», μονολογεί το ποιητικό υποκείμενο, την ώρα που η μαμά Μυρτώ του εφιστά την προσοχή, καθώς «η μελάνη τρώει τα σωθικά». 

Καθόλου, με το πέρασμα του χρόνου, δεν αποθάρρυνε η προειδοποίηση της Μυρτούς τον Αντώνη Ψάλτη. Θα συνεχίσει να περπατά στο ποτάμι στο σύθαμπο της ομίχλης, περί πολλών θα τυρβάζει, θα φιλοσοφεί αριστοτελικά, περιπατητικά, θα συζητά και θα φτιάχνει ποιήματα από ατόφια υλικά, τον άνθρωπο και τα παθήματά του. Του το ευχόμαστε και τον ευχαριστούμε για την εκ βαθέων κουβέντα! 

 

photo credit: Αντώνης Ψάλτης
photo credit: Αντώνης Ψάλτης
«Κανείς δεν μπορεί να γράψει την αυτοβιογραφία του. Κανείς δεν ‘είναι’ η αυτοβιογραφία του»
photo credit: Αντώνης Ψάλτης
photo credit: Αντώνης Ψάλτης
photo credit: Αντώνης Ψάλτης
photo credit: Αντώνης Ψάλτης
photo credit: Αντώνης Ψάλτης
photo credit: Αντώνης Ψάλτης
photo credit: Αντώνης Ψάλτης
«ερωτευόμαστε για να αφηγηθούμε τη ζωή μας, ερωτευόμαστε για να μιλάμε με κάποιον»
photo credit: Αντώνης Ψάλτης

Discover more!