influencemag.gr

Jukebox | Ενα παράθυρο στο θαύμα!!

Πρόγονος του «jukebox» -περίπου πενήντα χρόνια πριν- ήταν ο φωνογράφος, κοινώς γραμμόφωνο, ο οποίος χρησιμοποιούσε μια βελόνα για να καταγράφει τον ήχο σε έναν κύλινδρο με αυλάκια, επικαλυμμένο με αλουμίνιο και περιστρεφόταν με σταθερή ταχύτητα. Ο άνθρωπος που τον εφηύρε δεν ήταν άλλος από τον φωτοδότη της ηλεκτρικής εποχής, τον Αμερικανό εφευρέτη, Τόμας Άλβα Έντισον (Thomas Alva Edison,). Το 1877, παραμονή Χριστούγεννων, ο Τόμας Έντισον (Thomas Edison) καταθέτει αίτηση για απόκτηση τίτλου ευρεσιτεχνίας για μία συσκευή ικανή να ηχογραφεί και να αποθηκεύει ηχητικά μηνύματα, ως βοήθημα στην υπαγόρευση κειμένων.

 

Picture of Keller‟s coin-op phonograph, 1890
Picture of Wurlitzer‟s ”Victory” model, 1943 (private photo from exhibition)

Ο όρος «jukebox», βρήκε τη θέση του στο αμερικανικό λεξικό, την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης και της Μεγάλης Ύφεσης, τη δεκαετία του 1930. Οι περισσότεροι μελετητές επισημαίνουν ότι υιοθετήθηκε στις αρχές του 1900, μέσα στον μικρόκοσμο των αφροαμερικανικών jukehouses ή jookhouses και προέρχεται από τη λέξη juke ή jook, που στην αφροαμερικάνικη αργκό σημαίνει πανδαισία χορού. Το jukehouse ήταν το μπαρ όπου άκουγαν μουσική στο πικάπ, έπιναν όλο το βράδυ και χόρευαν με τους φίλους τους.

Αυτό το σύμβολο της αμερικανικής κουλτούρας, δημιούργημα του Αμερικανού Louis Glass (Λούις Γκλας) και του συνεταίρου του William S Arnold (Γουίλιαμ Άρνολντ), ανακάτεψε τον πρώτο του δίσκο στις 23 Νοεμβρίου του 1889, στο «Palais Royale Saloon», στο San Francisco (Σαν Φρανσίσκο).

Ο Louis Glass (Λούις Γκλας), στην πρεμιέρα της εφεύρεσης του, τοποθέτησε σε μια γωνιά του μπαρ έναν ηλεκτρικό φωνογράφο Edison Class M, με μηχανισμό νομισμάτων. Ήταν εντοιχισμένος σε ένα δρύινο ντουλάπι, επικαλυμμένος με μόλυβδο και είχε μια μπαταρία 25-lb. θειικού οξέος, που παρείχε ηλεκτρική ενέργεια μέσω καλωδίων στον κινητήρα. Δεν είχε ηχεία. Οι θαμώνες έπρεπε να ακούσουν τη μουσική χρησιμοποιώντας έναν από τους τέσσερις ακουστικούς σωλήνες, οι οποίοι είχαν τη μορφή στηθοσκόπιου. Ο εξοπλισμός ήταν

τόσο βαρύς, ώστε ο Glass επέλεξε το «Palais Royale Saloon» για την πρεμιέρα, για τον απλό λόγο ότι ήταν λίγα μόνο τετράγωνα μακριά από το κατάστημά του, μειώνοντας έτσι την απόσταση που θα χρειαζόταν να τον μεταφέρει.

Το μηχάνημα δεχόταν νομίσματα των 5 σεντς και δυστυχώς έπρεπε το τραγούδι να αλλάζει χειροκίνητα, πράγμα που σημαίνει ότι οι μουσικές επιλογές -οι οποίες πιθανώς περιλάμβαναν επιτυχίες του 1889, όπως το “Down Went McGinty” και “The Rip Van Winkle Polka”– ήταν αρκετά περιορισμένες. O Glass, στο τέλος κάθε κυλίνδρου, είχε προσθέσει  περίτεχνα μια ανακοίνωση που έλεγε στους θαμώνες:

«να πάτε στο μπαρ, να πιείτε ένα ποτό».

Αυτό ήταν το πρώτο jukebox στον κόσμο!

Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Glass τοποθέτησε ένα δεύτερο μηχάνημα στο ίδιο μπαρ. Στις 18 Δεκεμβρίου 1889 υπέβαλε την αίτησή του για το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και γρήγορα ξεκίνησε τη δημιουργία περισσότερων. Κατά τη διάρκεια των επόμενων 18 μηνών, ο Glass παρήγαγε και τοποθέτησε τουλάχιστον 13 ακόμη από αυτά τα πρώιμα jukebox σε μπαρ, εστιατόρια, ακόμη και ferry boats που ταξίδευαν μεταξύ Όκλαντ και Σαν Φρανσίσκο. Θεωρείται ότι κανένα από αυτά τα μηχανήματα (ή οποιοδήποτε μέρος τους), δεν υπάρχει σήμερα.

Επηρεασμένος από την επιτυχία του Γκλας, ο Έντισον, το καλοκαίρι του 1890, αποφάσισε να βελτιώσει και να σχεδιάσει μια έκδοση του φωνογράφου για οικιακή χρήση. Ο Glass προσπάθησε να συμβαδίσει, καταθέτοντας ένα δεύτερο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το 1894. Πρόσθεσε έναν νέο μηχανισμό ελατηρίου, που επέτρεπε στον φωνογράφο να λειτουργεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, μια ιδέα που στόχευε στην εγχώρια αγορά, αλλά ελάχιστα από αυτά κατασκευάστηκαν πραγματικά.

Ο Louis Glass (Λούις Γκλας) απεβίωσε το 1924. Το επόμενο μηχάνημα  jubebox εισήχθη το 1949 από την RCA Victor και είχε ταχύτητα 45 RPM στροφών ανά λεπτό. To promo της εποχής ανέφερε: «Ακούστε, συγκρίνετε και θα συμφωνήσετε και εσείς, ότι ο δίσκος 45 στροφών του RCA Victor είναι ο καλύτερος που έγινε ποτέ».

Το «Select-O-Matic» του Seeburg ήταν ένα από τα πρώτα jukebox που κατασκευάστηκαν ειδικά για 45αρια βινύλια και σύντομα κατέκτησαν τη μουσική βιομηχανία. Το μυστικό τους, σύμφωνα με την Αμερικανική Εταιρεία Μηχανολόγων Μηχανικών, ήταν «ο λοξά κινούμενος κύλινδρος δίσκων «Select-o-Matic», ο οποίος τοποθετούσε τους δίσκους κάθετα και διπλασίασε τον αριθμό των τραγουδιών που μπορούσαν να αναπαραχθούν στο μηχάνημα. Κατά τη διάρκεια της «ασημένιας εποχής» του jukebox , στο Seeburg θα ενταχθούν οι AMI (Αmerican Musical Instrument Company), Wurlitzer και Rock-Ola, ως οι κύριοι κατασκευαστές.

Picture of Mills “Troubadour 870” phonograph, 1930
Picture of Capehart‟s ”Orchestrope”, 1937

Η επανάσταση είχε αρχίσει να απογειώνεται και το jukebox άγγιξε το αποκορύφωμά του τη δεκαετία του 1950, όπου υπήρχαν περίπου 750.000 μηχανήματα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Η δεκαετία του 1950 θεωρείται ως το παγκόσμιο απόγειο της δημοτικότητας του, καθώς δεν υπήρχε ούτε ένα εστιατόριο ή μπαρ στις Ηνωμένες Πολιτείες που να μην είχε τοποθετηθεί. Άλλωστε, όσον αφορά τους επιχειρηματίες, είχαν προφανή λόγω να υποστηρίξουν αυτό το ριζοσπαστικό μηχάνημα, εφόσον τα συγκροτήματα για live ήταν ακριβά, ενώ τα jukeboxes ήταν φθηνά στη λειτουργία και τη συντήρηση τους, προσελκύοντας τεράστια πλήθη λόγω του ήχου τους, της δυνατότητας επιλογής των τραγουδιών και πλέον της εκπληκτικής αισθητικής τους.

Με την είσοδο της εταιρείας «Formica», το jukebox απόκτησε επικάλυψη χρωμίου, βελούδινο δέρμα στις λεπτομέρειες, επιγραφές νέον και μπροστινές γρίλιες, συμπληρώνοντας τέλεια την εικόνα του. Οι μηχανές έγιναν όλο και πιο επιδεικτικές και περίτεχνες, με αστραφτερά ασημένια φινιρίσματα, σχεδιαστικά χαρακτηριστικά που συχνά συναντούσες, στα σχέδια δημοφιλών σύγχρονων αυτοκινήτων. Είναι αυτονόητο γιατί τα σχέδια του «Bubbler» ήταν αξιοθέατα, με τον αβίαστο

συνδυασμό ομορφιάς και κομψότητας τους. Ήταν η φυσική επιλογή για μουσική στους χώρους διασκέδασης και με βεβαιότητα η ραγδαία άνοδος της  rock n’ roll και με καλλιτέχνες όπως ο Έλβις και Μπάντι Χόλι, ανέβασαν ακόμη περισσότερο τη δημοτικότητα του. Τα jukeboxes συνέχισαν να διασκεδάζουν τον κόσμο έως τη δεκαετία του 1980. Τη δεκαετία του 1990 λειτουργούσαν πλέον και με CD αντί για 45αρια, και στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τα ψηφιακά jukeboxes άρχισαν να κυριαρχούν.

Βουτηγμένο σε πάνω από έναν αιώνα ιστορίας, αν και «ανακάτεψε» εκατομμύρια βινύλια, σήμερα θεωρείται μια ξεπερασμένη τεχνολογία, ένα αντικείμενο μνήμης. Παρόλο, που η σύγχρονη τεχνολογία μας έχει προσφέρει συσκευές αναπαραγωγής μουσικής αρκετά μικροσκοπικές ώστε να χωρέσουν στην τσέπη μας, με δυνητικά χιλιάδες επιλογές τραγουδιών, το κλασσικό jukebox παραμένει ένα σύμβολο που ορίζει μια εποχή – ένα αληθινό κομμάτι της σύγχρονης Americana.

Η μαγεία στο να μπορείς να παρατηρήσεις τον μηχανισμό του,  να λειτουργεί μέσα από το λερωμένο και γρατσουνισμένο γυαλί από ανυπόμονα μουσικόφιλα χέρια, ο νοσταλγικός ήχος των κερμάτων, η επιλογή των δικών σου μουσικών επιθυμιών, ο ξέφρενος χορός φίλων υπό την εκστατική μελωδία της rock ‘n’ roll, ήταν σαν ένα παράθυρο στο θαύμα!

Share:

You may also like

Comments

No Comments

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *