influencemag.gr

Γιατί τα βιβλία μυρίζουν;

Τίποτα απολύτως δε μπορεί να συγκριθεί με τη μαγική μυρωδιά που ξεχειλίζει από τα βιβλία. Θα μπορούσα να πω με βεβαιότητα ότι πολλοί από εσάς, καθώς ανοίγετε ένα βιβλίο, πιέζετε τη μύτη σας ώστε να δοκιμάζετε τη μυρωδιά του με πάθος και για να είμαστε ειλικρινείς, είναι μια κίνηση που δεν έχετε πειραματιστεί να κάνετε στην οθόνη του υπολογιστή σας. Για πολλούς ανθρώπους η μυρωδιά ενός χαρτιού είναι εκστατική. Τα βιβλία μπορούν να μας θυμίσουν νότες λουλουδιών βανίλιας και αμυγδάλου, σοκολάτας, καφέ, καπνού ή ξύλου που είναι ικανές να αναζωογονήσουν και τον πιο απαιτητικό βιβλιοφάγο!
Κάθε άνθρωπος ανακαλύπτει τη δική του ξεχωριστή μυρωδιά όταν πρόκειται για τα βιβλία. Υπάρχουν εκείνοι που τους αρέσει η μυρωδιά των παλαιών βιβλίων και υπάρχουν άλλοι που αρέσκονται στη μυρωδιά ενός βιβλίου που ανοίγει για πρώτη φορά. Οι συγκεκριμένες μυρωδιές, μας ταξιδεύουν σε ένα μέρος ή μια στιγμή από το παρελθόν που αναπολούμε. Το να παρατηρείς τα αρώματα, δεν είναι απλώς ένας τρόπος για να κατανοήσεις τι συμβαίνει γύρω σου, είναι επίσης ένας τρόπος για να αναδύσεις από το παρελθόν σου ξεχασμένες αναμνήσεις. Η αίσθηση της μυρωδιάς είναι πολύ κοντά στο κέντρο μνήμης του ανθρώπινου εγκεφάλου και, ως εκ τούτου, συχνά συνδέουμε τις αναμνήσεις με ορισμένες μυρωδιές πολύ έντονα, καθότι, ως μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, μπορούν να μας ενημερώσουν για το είδος, την ιστορία και τη φυσική κατάσταση ενός αντικειμένου – σε αυτήν την περίπτωση, ενός βιβλίου – και του χρόνου που το άρωμα απορροφήθηκε.

Aλλά γιατί μας προσελκύει ο τρόπος με τον οποίο μυρίζουν τα βιβλία;

Η χημεία είναι απαραίτητη για να κατανοήσουμε γιατί εκπέμπουν τις συγκεκριμένες μυρωδιές. Το άρωμα που προέρχεται από βιβλία, προκαλείται από μια σειρά χημικών αντιδράσεων – όχι μόνο από τη μεθυστική μυρωδιά της υπέροχης ανάγνωσης! Η χημική διάσπαση των ενώσεων στο χαρτί, για κάποια χρονική περίοδο, μας προσφέρει αυτή τη μυρωδιά. Το χαρτί αποτελείται από κυτταρίνη και μικρές ποσότητες λιγνίνης (ένα πολύπλοκο πολυμερές αρωματικών αλκοολών). Το χαρτί που είναι ακόμα πιο λεπτό, περιέχει λιγότερη λιγνίνη και είναι από τα φθηνότερα υλικά, όπως το χαρτί που χρησιμοποιείται στις εφημερίδες. Είναι η ίδια χημική ουσία που κάνει το χρώμα του παλιού χαρτιού κίτρινο, καθώς οξειδώνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, για να διασπαστεί σε οξέα, τα οποία με τη σειρά τους διασπώνται σε κυτταρίνη.

Ας ξεκινήσουμε όμως από τα παλαιά βιβλία. Οι χημικές ουσίες που είναι υπεύθυνες για τη γλυκιά μυρωδιά του παλιού χαρτιού είναι η βενζαλδεΰδη, η βανιλίνη, το αιθυλοεξαναόλιο, το τολουόλιο και το αιθυλοβενζόλιο. Αυτές οι χημικές αντιδράσεις, οι οποίες παράγουν τέτοιες πτητικές ενώσεις, ονομάζονται «όξινη υδρόλυση». Οι χημικές αντιδράσεις που εκτείνονται σε μεγάλο χρονικό διάστημα κάνουν αυτές τις ενώσεις να παράγουν γλυκές οσμές. Όπως αναφέρει ο Joe Schwarcz «με την πάροδο του χρόνου, με την έκθεση στον αέρα, -ειδικά εάν ο αέρας περιέχει ίχνη οξέων- η κυτταρίνη μπορεί να υποστεί μια σειρά από χημικές αντιδράσεις που οδηγούν στην απελευθέρωση μιας ποικιλίας λιπαρών οξέων, αλκοολών και αλδεϋδών, όλα με ξεχωριστές οσμές, που σε συνδυασμό με το έντονο άρωμα της τριχλωροανισόλης, συμβάλλουν σε αυτήν την «παλιά μυρωδιά του βιβλίου».

Όσον αφορά τα καινούργια βιβλία, η μυρωδιά τους μπορεί να αποδοθεί σε τρεις παράγοντες: το ίδιο το χαρτί (μυρίζει καλά λόγω των χημικών που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του), το μελάνι που χρησιμοποιείται για την εκτύπωση του βιβλίου και τα συγκολλητικά που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία του βιβλίου- βιβλιοδεσία.
Και στις δύο περιπτώσεις, αν κοιτάξουμε τη μυρωδιά του ίδιου του χαρτιού, θα διαπιστώσουμε ότι χρησιμοποιούνται πολλές χημικές ουσίες για την κατασκευή του (αν και είναι σε μεγάλο βαθμό κατασκευασμένο από πολτό ξύλου). Επιπλέον, υπάρχουν ορισμένα χημικά, όπως το υδροξείδιο του νατρίου (καυστική σόδα), που προστίθενται στο χαρτί για να μειώσουν την οξύτητά του και το πρήξιμο των ινών του ξυλοπολτού που χρησιμοποιείται.

Φυσικά, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι δεν εκπέμπουν ευχάριστες οσμές όλα τα βιβλία. Όταν ένα βιβλίο επηρεαστεί από το νερό, για παράδειγμα, μπορεί να μυρίζει μούχλα. Καθώς τα βιβλία αποσυντίθενται με την πάροδο του χρόνου, εκπέμπουν μια μυρωδιά που προέρχεται από πτητικές οργανικές ενώσεις (VOC). Αυτές οι χημικές ουσίες, ενεργοποιούνται με υψηλή πίεση ατμών σε συνηθισμένη θερμοκρασία δωματίου. Όπως εξηγούν οι Bembibre και Strlic, η ποσότητα μετρήσιμων ΠΟΕ σε υλικά όπως το ιστορικό χαρτί εξαρτάται από τον ρυθμό αποδόμησης αυτών των υλικών. Οι VOC μπορούν να ανιχνευθούν σε αυξανόμενες ποσότητες, καθώς τα υλικά που τα παράγουν αρχίζουν να υποβαθμίζονται. Τα χαρτιά θα υποβαθμιστούν με διαφορετικούς ρυθμούς, ανάλογα με τα υλικά από τα οποία συντίθενται. Ο τύπος των ΠΟΕ και η ποσότητα που εκπέμπεται μπορούν να βοηθήσουν τους συντηρητές να προσδιορίσουν τη συνολική κατάσταση και σταθερότητα του χαρτιού. Ο «Ιστορικός Τροχός Οσμής Βιβλίου» είναι ένα εργαλείο που επιτρέπει στους συντηρητές να ταξινομούν τις μυρωδιές των βιβλίων, με βάση την υποβάθμιση του υλικού και τις χημικές ενώσεις που εμπεριέχουν.

Ο Ιταλός φιλόσοφος και μυθιστοριογράφος Umberto Eco, αναφώνησε κάποια στιγμή:

Λατρεύω τη μυρωδιά του βιβλίου και της μελάνης το πρωί,

ο οποίος δίχως καμία αμφιβολία, ήταν ένας άνθρωπος που ήξερε αρκετά για τα βιβλία. Στο μυθιστόρημα του με τίτλο «Το όνομα του ρόδου», ένα βιβλίο λαμβάνει το κεντρικό ρόλο, ως το όπλο μιας δολοφονίας! Σε αυτό το μεσαιωνικό μυστήριο, ένας μοναχός σε ένα μοναστήρι, ενοχλείται όταν μαθαίνει ότι μερικοί από τους συνεργάτες του διαβάζουν ένα αρχαίο κείμενο του Αριστοτέλη, το οποίο πιστεύει ότι υπονομεύει την πίστη στον Θεό. Γνωρίζοντας τη συνήθεια τους να υγραίνουν τα δάχτυλα για να γυρίσουν μια σελίδα, ο δολοφόνος μοναχός χρωματίζει τις σελίδες του βιβλίου με αρσενικό και τις διανέμει σε εκείνους που στα μάτια του είναι «αιρετικοί». Θα μπορούσε πραγματικά να συμβεί μια τέτοια περίπτωση δολοφονίας από ένα βιβλίο; Αυτό δεν είναι τόσο απίθανο όσο ακούγεται, καθώς οι ενώσεις αρσενικού μπορεί να υπάρχουν και να είναι τοξικές σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Ενώ το «Όνομα του Ρόδου» αποτελεί μια ιστορία φαντασίας, στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Δανίας, ένας ερευνητής βιβλιοθηκονόμος με τη βοήθεια ενός καθηγητή χημείας, ανακάλυψε πραγματικά σημαντικές ποσότητες αρσενικού στα εξώφυλλα τριών βιβλίων που χρονολογούνται από τον 16ο και 17ο αιώνα. Μερικά από τα γράμματα, είχαν επισκιάσει ένα μυστηριώδες πράσινο χρώμα και σε μια προσπάθεια να διαβάσει το σενάριο, τα βιβλία υποβλήθηκαν σε έναν τύπο ανάλυσης ακτίνων Χ. Παραδόξως, αυτό αποκάλυψε ότι η πράσινη χρωστική ουσία ήταν χαλκός ακετοαρσενίτης, γνωστός ως «πράσινο του Παρισιού». Το «Πράσινο του Παρισιού» προέρχεται από τις προσπάθειες εξόντωσης των αρουραίων που κατέκλυσαν τους υπονόμους του Παρισιού και χρησιμοποιήθηκε ευρέως ως φυτοφάρμακο, μέχρι τον 20ο αιώνα. Εικάζεται ακόμη, ότι θα μπορούσε να είχε προστεθεί σε εξώφυλλα βιβλίων, ώστε να αποτρέψει τα έντομα και τα τρωκτικά από το να το αντιλαμβάνονται ως τροφή.

Σαν συμπέρασμα, οι ηλεκτρονικοί αναγνώστες προφανώς και καθίστανται ευνοημένοι από την εύκολη πρόσβαση στα βιβλία που επιθυμούν να διαβάσουν, αλλά δε θα έχουν ποτέ την παρηγοριά της παλιάς μυρωδιάς του βιβλίου. Προς το παρόν λοιπόν, εφόσον μας παρέχεται ακόμη αυτή η ευκαιρία, ας απολαύσουμε απλώς την πλήρη αισθητηριακή εμπειρία των αγαπημένων μας σελίδων, καθώς εκείνες ξεφυλλίζονται μπροστά στα μάτια μας, ακούγοντας μουσική – ίσως πίνοντας καφέ με βανίλια και τρώγοντας ένα γλυκόπικρο κομμάτι σοκολάτας.

Share:

Comments

One Comment

Leave a comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.